Meaning of αυτοκρατόρισσα | Babel Free
/a.fto.kɾaˈto.ɾi.sa/Ορισμοί
- άλλη μορφή του αυτοκράτειρα, θηλυκό του αυτοκράτορας
- που έχει απόλυτη κυριαρχία
Παραδείγματα
“※ 1904 ⌘ Κωστής Παλαμάς. Η ασάλευτη ζωή, Εκατό φωνές, Πρώτη νύχτα, από τη στροφή 15 @greek-language.gr”
“※ 1992 τραγούδι «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη», στίχοι: Φίλιππος Γράψας, μουσική: Μάριος Τόκας. Στίχοι 1-2.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.