μπέιζμπολ
Ορισμοί
άθλημα αμερικάνικης προέλευσης που παίζεται σε γήπεδο με δύο ομάδες από εννέα παίκτες· ο παίκτης της ομάδας που κάνει επίθεση επιχειρεί να χτυπήσει με ρόπαλο την μπάλα αρκετά δυνατά ώστε να τρέξει στην πρώτη «βάση» (άλλο σημείο του γηπέδου), διαδοχικά και στις δύο άλλες βάσεις και στο αρχικό του σημείο, κι έτσι να σκοράρει
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free