Meaning of κόλλα | Babel Free
/ˈko.la/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόλλας
- η παχύρρευστη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσουν στέρεα μεταξύ τους δύο σώματα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλλο & άλλη γραφή του κόλα
- ένα φύλλο χαρτιού για γράψιμο
-
ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολόκληρο το ρούχο dated
Παραδείγματα
“see κόλλα on the Greek Wikipedia.Wikipedia ᵉˡ”
“※ Το περιεχόμενο δεν ήταν μια συνηθισμένη κόλλα χαρτί αλλά μια κάρτα λευκή γλασέ κάπως μεγαλούτσικη (Κυριάκος Ι. Διακογιάννης, Οι σαρκοφάγοι του Ελληνισμού, εκδ. Γ. Λαδια, 1979, σελ. 274)”
“※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.”
“εκφράσεις: κόλλα αναφοράς, κόλλα χαρτί”
“θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί: (απειλή) θα σου κάνω αγωγή ή αναφορά στους ανωτέρους σου και θα έχεις προβλήματα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.