HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κόλλα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Standard
ˈko.la

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόλλας
  2. η παχύρρευστη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσουν στέρεα μεταξύ τους δύο σώματα
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλλο & άλλη γραφή του κόλα
  4. ένα φύλλο χαρτιού για γράψιμο
  5. ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολόκληρο το ρούχο
    dated

Ισοδύναμα

Bosanski paste siže
Čeština lepidlo
Ελληνικά αμυλόκολλα
Español cola cola dimensionamiento pegamento
Suomi liima
Hrvatski paste siže
Kurdî ahar gum
Polski klej klej
Русский клеи клей клей
Slovenčina lepidlo
Shqip zamkë
Српски paste siže
Türkçe ahar

Παραδείγματα

“see κόλλα on the Greek Wikipedia.Wikipedia ᵉˡ”
“※ Το περιεχόμενο δεν ήταν μια συνηθισμένη κόλλα χαρτί αλλά μια κάρτα λευκή γλασέ κάπως μεγαλούτσικη (Κυριάκος Ι. Διακογιάννης, Οι σαρκοφάγοι του Ελληνισμού, εκδ. Γ. Λαδια, 1979, σελ. 274)”
“※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.”
“εκφράσεις: κόλλα αναφοράς, κόλλα χαρτί”
“θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί: (απειλή) θα σου κάνω αγωγή ή αναφορά στους ανωτέρους σου και θα έχεις προβλήματα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόλλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free