Meaning of καρφί | Babel Free
/kaɾˈfi/Ορισμοί
- αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικειμένων σε τοίχο
-
υπονοούμενο, μπηχτή figuratively
-
καταδότης figuratively
- η ευθύγραμμη βολή που εκτελείται με δύναμη από το ύψος του φιλέ
Ισοδύναμα
English
nail
Παραδείγματα
“καρφί για μέταλλα”
rivet
“≋ ταυτόσημα: πρόκα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.