Meaning of καλλιτέχνης | Babel Free
/ka.liˈte.xnis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που δημιουργεί έργα τέχνης, όπως ζωγραφικούς πίνακες, γλυπτά, κ.ά.
- αυτός που ασχολείται με τις παραστατικές τέχνες ως εκτελεστής: ο τραγουδιστής, ο ηθοποιός, κλπ.
- άτομο με ευαισθησία, δεξιότητα ή/και ταλέντο στον τομέα του
Ισοδύναμα
English
artist
Παραδείγματα
“ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται μέσα στην ψυχή ενός καλλιτέχνη πριν δεις τα έργα του”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.