διαφήμιση
Ορισμοί
- η προβολή των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος ή ατόμου ή υπηρεσίας με σκοπό την αποκόμιση κάποιου κέρδους
- τεχνική της επιχειρηματικής δράσης που διαδίδει πληροφορίες για κάτι με σκοπό να επηρεαστεί η καταναλωτική συμπεριφορά
-
καταχώριση σε έντυπο ή μικρή παρεμβολή στο πρόγραμμα του ραδιοφώνου / της τηλεόρασης ή αφίσα που προβάλλει ένα προϊόν figuratively
-
ο έπαινος figuratively
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةم
Българскиреклама
Catalàpublicitat
Esperantoreklamo
Gaeilgebolscaireacht
עבריתפרסומת
हिन्दीप्रचार
Македонскиреклама
Bahasa Melayupengiklanan
Românăpublicitate
Українськапісля Р. Хр.
Tiếng Việtrao vặt
Παραδείγματα
“※ Ἡ διαφήμιση, χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι κι αὐτή, ὅπως πολλά ἄλλα, «νόμισμα μὲ δύο ὄψεις». ̓Από τὴν μιὰ μεριά χρήσιμη, ἐνοχλητικὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη (Αρχιτεκτονική, τεύχη 90-93, εκδ. Α.Κ. Κιτσίκης, 1971)”
“※ Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free