Meaning of ανάμνηση | Babel Free
Ορισμοί
- ένα γεγονός από το παρελθόν
- ένα παρελθοντικό γεγονός που μπορεί κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του
- αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Παιδί μου σαν να χάθηκαν οι αναμνήσεις μου. Κοιτώ παλιές φωτογραφίες και δεν θυμάμαι τίποτα πλέον ...”
“Από αυτό το ταξίδι έχω μόνο ευχάριστες αναμνήσεις”
“※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.”
“Κράτησα το ποτήρι που είχε κι έπινε στα τελευταία της η μάνα μου σαν ανάμνηση ότι εκτός από πίκρες, της έδωσα κι ένα ποτήρι νερό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.