Σημασία του ζόρι | Babel Free
ˈzo.ɾiΟρισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η άσκηση δύναμης πάνω σε ένα αντικείμενο
- η άσκηση ψυχολογικής πίεσης ή η χρήση απειλών
- η χρήση βίας
Ισοδύναμα
العربية
شكيمة
Čeština
houževnatost
Ελληνικά
τσαμπουκάς
Español
tenacidad
Suomi
sitkeys
Italiano
robustezza
Latviešu
grūtums
Português
tenacidade
Türkçe
müşkül
Παραδείγματα
“αυτή βίδα δεν ξεβιδώνει με τίποτα, θέλει πολύ ζόρι”
“μίλησέ του γλυκά, δε σηκώνει ζόρια αυτός”
“αν δε μου δώσεις αυτό που θέλω, θα το πάρω με το ζόρι”
“με το ζόρι: με τη βία, στανικώς”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free