Meaning of τσαμπουκάς | Babel Free
t͡sabuˈkasΟρισμοί
- ο τσακωμός, ο καβγάς, η φασαρία
- ανδρικό επώνυμο
-
ο μάγκας, ο νταής, αυτός που με τη συμπεριφορά του ψάχνει ή προκαλεί καβγάδες broadly
- η προκλητική μάγκικη συμπεριφορά, μαγκιά, νταηλίκι, ζοριλίκι
-
οι επουλωμένες πληγές, συνήθως από ξυράφι, στα χέρια ή και στο πρόσωπο slang
Παραδείγματα
“πουλάω τσαμπουκά σε κάποιον”
to act the bully with someone, to play the tough guy
“Έρχεται εδώ ένας τύπος κάθε Σαββατόβραδο και μας πουλάει τσαμπουκά.”
Every Saturday night this guy comes in and plays the tough guy to us.
“Παίζει τον τσαμπουκά αλλά όλοι ξέρουν ότι κατά βάθος είναι δειλός.”
He acts like a tough guy but we all know that deep down he's a coward.
“Πρόσεχε σ’ αυτήν την πλατεία, τριγυρνάνε ένα σωρό τσαμπουκάδες που ψάχνονται για ξύλο.”
Be careful in that park, there's a load of thugs going around looking for a fight.
“Θέλεις τσαμπουκά για να πετύχεις σ’ αυτή τη δουλειά.”
You need guts to succeed in that job.
“Μας πουλάει τσαμπουκά.”
“Ο πιτσιρικάς ήταν μεγάλος τσαμπουκάς.”
“Έξω από το καφενείο έγινε τσαμπουκάς.”
“Πάει γυρεύοντας για τσαμπουκά.”
“Τα μπράτσα του ήταν γεμάτα τσαμπουκάδες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.