HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουτσαβάκης | Babel Free

Noun CEFR C1
/ku.t͡saˈva.cis/

Ορισμοί

  1. τύπος μάγκα της παλιάς Αθήνας με ιδιόρρυθμο περπάτημα
    dated
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κουτσαβάκη)
  3. ψευτοπαλικαράς, ψευτόμαγκας
    familiar

Παραδείγματα

“※ Όλοι οι κουτσαβάκηδες, που ζούνε στο κουρμπέτι, κι αυτοί μες στην καρδούλα τους, έχουν μεγάλο ντέρτι. (τραγούδι, μουσική & στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουτσαβάκης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course