Meaning of κουτσαβάκης | Babel Free
/ku.t͡saˈva.cis/Ορισμοί
-
τύπος μάγκα της παλιάς Αθήνας με ιδιόρρυθμο περπάτημα dated
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κουτσαβάκη)
-
ψευτοπαλικαράς, ψευτόμαγκας familiar
Παραδείγματα
“※ Όλοι οι κουτσαβάκηδες, που ζούνε στο κουρμπέτι, κι αυτοί μες στην καρδούλα τους, έχουν μεγάλο ντέρτι. (τραγούδι, μουσική & στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.