Meaning of πλατεία | Babel Free
/plaˈti.a/Ορισμοί
- επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους
- τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη
-
οι θεατές της πλατείας figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο εξώστης σφύριζε και γιουχάιζε, ενώ η πλατεία χειροκροτούσε.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.