HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλατεία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/plaˈti.a/

Ορισμοί

  1. επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους
  2. τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη
  3. οι θεατές της πλατείας
    figuratively

Ισοδύναμα

English place town square

Παραδείγματα

“Ο εξώστης σφύριζε και γιουχάιζε, ενώ η πλατεία χειροκροτούσε.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλατεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course