πέτρες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτρα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Μάζεψαν πέτρες από την παραλία για τον κήπο.”
They collected stones from the beach for the garden.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free