HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πίτα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ˈpi.ta/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. είδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο
  3. είδος ψωμιού (συνήθως πεπλατυσμένου και στρογγυλού) χωρίς μαγιά ή προζύμι
  4. κάποιο σύνολο που πρέπει να μοιραστεί
    figuratively
  5. γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια
  6. κηρήθρα
  7. μεθύσι
    figuratively
  8. κάτι ισοπεδωμένο, καταπλακωμένο σαν πλάκα, σαν πίτα
    figuratively
  9. εκμηδενίζω, τον εξουθενώνω, τον λιώνω
    figuratively

Ισοδύναμα

English flatbread pide pie

Παραδείγματα

“ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα του εθνικού εισοδήματος”

a bigger share of the pie of national income

“Γίνομαι πίτα στο μεθύσι.”

I become stoned from drinking.

“παράγγειλέ μου μια πίτα με γύρο!”
“※ Μάχη ιδιωτών για την πίτα €1,5 δισ. της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (@tovima.gr)”
“γίνομαι πίτα, είμαι πίτα είμαι μεθυσμένος, καταναλώνω/έχω καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή ναρκωτικών”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πίτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course