Σημασία του πίτα | Babel Free
ˈpi.taΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- είδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο
- είδος ψωμιού (συνήθως πεπλατυσμένου και στρογγυλού) χωρίς μαγιά ή προζύμι
-
κάποιο σύνολο που πρέπει να μοιραστεί figuratively
- γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια
- κηρήθρα
-
μεθύσι figuratively
-
κάτι ισοπεδωμένο, καταπλακωμένο σαν πλάκα, σαν πίτα figuratively
-
εκμηδενίζω, τον εξουθενώνω, τον λιώνω figuratively
Ισοδύναμα
Español
ácimo
ázimo
colocado
emporrado
marihuano
pacheco
pan ácimo
pan ázimo
pan de pita
pan plano
pan sin levadura
pastel
pita
pizza
trabado
فارسی
نشئه
Français
déchire
défoncé
entarter
examen post-irradiation
examen post-irradiatoire
examen postirradiation
examen postirradiatoire
galette
galette
gâteau
gèle
pain plat
pâte
pide
pie
pie
pita
pita
Stone
stoned
tarte
tarte
tarte
Galego
pita
עברית
פיתה
Magyar
lepény
한국어
피타
Latina
laganum
Македонски
напушен
Malti
daħna
Română
plăcintă
Русский
лаваш
лепёшка
обдо́лбанный
обко́лотый
обку́ренный
одуревший
пирог
пи́та
под ка́йфом
праиндоевропейский язык
Українська
корж
Παραδείγματα
“ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα του εθνικού εισοδήματος”
a bigger share of the pie of national income
“Γίνομαι πίτα στο μεθύσι.”
I become stoned from drinking.
“παράγγειλέ μου μια πίτα με γύρο!”
“※ Μάχη ιδιωτών για την πίτα €1,5 δισ. της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (@tovima.gr)”
“γίνομαι πίτα, είμαι πίτα είμαι μεθυσμένος, καταναλώνω/έχω καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή ναρκωτικών”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free