Meaning of πίτα | Babel Free
/ˈpi.ta/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- είδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο
- είδος ψωμιού (συνήθως πεπλατυσμένου και στρογγυλού) χωρίς μαγιά ή προζύμι
-
κάποιο σύνολο που πρέπει να μοιραστεί figuratively
- γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια
- κηρήθρα
-
μεθύσι figuratively
-
κάτι ισοπεδωμένο, καταπλακωμένο σαν πλάκα, σαν πίτα figuratively
-
εκμηδενίζω, τον εξουθενώνω, τον λιώνω figuratively
Παραδείγματα
“ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα του εθνικού εισοδήματος”
a bigger share of the pie of national income
“Γίνομαι πίτα στο μεθύσι.”
I become stoned from drinking.
“παράγγειλέ μου μια πίτα με γύρο!”
“※ Μάχη ιδιωτών για την πίτα €1,5 δισ. της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (@tovima.gr)”
“γίνομαι πίτα, είμαι πίτα είμαι μεθυσμένος, καταναλώνω/έχω καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή ναρκωτικών”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.