HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κέρδος

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈcer.ðos

Ορισμοί

  1. : η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα
  2. όφελος, θετικό αποτέλεσμα που έχει μια κίνηση ή μια ενέργεια προς συμφέρον κάποιου
  3. αυτό που κερδίζει κανείς
  4. όφελος, ωφέλεια

Ισοδύναμα

11 more languages
Bosanskiprofit
Catalàprofit
Češtinazisk
Esperantogajno
Suomivoitto
Hrvatskiprofit
Српскиprofit

Παραδείγματα

“Η εταιρεία είχε μεγάλο κέρδος φέτος.”

The company had a large profit this year.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κέρδος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free