Σημασία του όργανο | Babel Free
ˈoɾ.ɣa.noΟρισμοί
- αυτό που χρησιμεύει στην εκτέλεση μιας εργασίας
- σύνολο ιστών που αποτελούν οργανική ενότητα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία σε έναν ζωντανό οργανισμό
- αντικείμενο που με τον κατάλληλο χειρισμό μπορεί να παραγάγει μουσικούς φθόγγους
- το εκκλησιαστικό όργανο
- έντυπο που εκδίδεται από ένα κόμμα και εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις
- άνθρωπος που δρα κατόπιν εντολών χωρίς δική του πρωτοβουλία
- το αστυνομικό όργανο, ένας αστυνομικός
Ισοδύναμα
Català
instrument
Deutsch
Dokument
Handlanger
Instrument
Kirchenorgel
Messinstrument
Musikinstrument
Organ
Orgel
Rudiment
Spenderorgan
Sprachrohr
Urkunde
Gaeilge
ionstraim
Gàidhlig
inneal-tomhais
हिन्दी
मापन
Bahasa Indonesia
peng-
Lietuvių
įrankis
Română
aparat
Українська
приладовий
Παραδείγματα
“μουσικό όργανο”
musical instrument
“Η καρδιά είναι ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος.”
The heart is an organ of the human body.
“τα όργανα της τάξεως”
the servants of the law
“※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.gr/hartis-79/poiisi-kai-pezografia/tafika-ethima-ek-ton-ano)”
“η σφαίρα ευτυχώς δεν έπληξε κανένα ζωτικό όργανο του θύματος”
“ξέρει να παίζει πιάνο, αλλά και κιθάρα και άλλα έγχορδα όργανα”
“ο "Ριζοσπάστης" είναι όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free