Meaning of κουβέρτα | Babel Free
/[kuˈvɛɾta]/Ορισμοί
- ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο
- κατάστρωμα ενός πλοίου
-
πρόσχημα figuratively
Παραδείγματα
“※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.”
“※ Σαν πέσανε οι κουρσάροι απάνου στην κουβέρτα μ' αλλαλαγμό κι αντάρα πολλή, οι χατζήδες κατεβήκανε στ' αμπάρι και σφαλιστήκανε. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])”
“※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.