HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστειεύομαι | Babel Free

Verb CEFR B2 Frequent
a.stiˈe.vo.me

Ορισμοί

  1. λέω κάτι που απέχει λίγο από την πραγματικότητα, για αστείο, για πλάκα
  2. δεν παίρνω κάτι στα σοβαρά, το αντιμετωπίζω με ελαφρότητα, χιουμοριστικά
  3. λέω αστεία

Παραδείγματα

“※ Ο Νικήτας προσπάθησε ν' αστειευτεί, μα δεν ήταν στα κέφια του και το παραδέχτηκε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστειεύομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course