Meaning of αστειεύομαι | Babel Free
a.stiˈe.vo.meΟρισμοί
- λέω κάτι που απέχει λίγο από την πραγματικότητα, για αστείο, για πλάκα
- δεν παίρνω κάτι στα σοβαρά, το αντιμετωπίζω με ελαφρότητα, χιουμοριστικά
- λέω αστεία
Παραδείγματα
“※ Ο Νικήτας προσπάθησε ν' αστειευτεί, μα δεν ήταν στα κέφια του και το παραδέχτηκε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.