HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγελάδα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/a.ʝeˈla.ða/

Ορισμοί

  1. μεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. παχύσαρκη γυναίκα
    figuratively

Ισοδύναμα

English cow

Παραδείγματα

“Ο αγρότης άρμεξε την αγελάδα και γέμισε το δοχείο με φρέσκο γάλα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγελάδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course