Meaning of αγελάδα | Babel Free
/a.ʝeˈla.ða/Ορισμοί
- μεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού
- γυναικείο επώνυμο
-
παχύσαρκη γυναίκα figuratively
Ισοδύναμα
English
cow
Παραδείγματα
“Ο αγρότης άρμεξε την αγελάδα και γέμισε το δοχείο με φρέσκο γάλα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.