κατασκήνωση
Ορισμοί
- η ενέργεια του κατασκηνώνω
- οικισμός της Βοιωτίας
- ο χώρος με σκηνές όπου κατασκηνώνει ένα σύνολο ανθρώπων
-
το σύνολο των ατόμων που κατασκηνώνουν σε έναν χώρο broadly
- το σύνολο εγκαταστάσεων για παραθερισμό ανηλίκων που επιβλέπονται από ομάδα ενηλίκων, με η χωρίς εκπαιδευτικούς σκοπούς
- ο παραθερισμός ανηλίκων σε τέτοιες εγκαταστάσεις
Ισοδύναμα
27 more languages
Беларускаялётнік
Cymraeggwersyllu
Suomicampingkesäleirikesäsiirtolaleirikeskusleirintäleirintämatkailuleiriytyminenlomakyläretkiruokatelttailutelttaretkeily
Gaeilgecampáil
Gàidhligcampadh
Íslenskaútilega
ភាសាខ្មែរជំរំ
Polskibiwakbiwakowygejowskikampkampićkempingkempingowykolonieobózobozowaćobozowiskoobozowyugrupowaniezielona szkoła
Русскийде́тский ла́герьжизнь в палаткекемпинглагерныйлагерьле́тний ла́герьпионе́рский ла́герьпривалпрожива́ние в лагерестанстоянкатабор
Українськакошовий
Tiếng Việtcắm trại
中文娘娘腔
Παραδείγματα
“Πήγαμε για κατασκήνωση στο βουνό το καλοκαίρι.”
We went camping in the mountains in the summer.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free