Meaning of κατασκήνωση | Babel Free
/ka.taˈsci.no.si/Ορισμοί
- η ενέργεια του κατασκηνώνω
- οικισμός της Βοιωτίας
- ο χώρος με σκηνές όπου κατασκηνώνει ένα σύνολο ανθρώπων
-
το σύνολο των ατόμων που κατασκηνώνουν σε έναν χώρο broadly
- το σύνολο εγκαταστάσεων για παραθερισμό ανηλίκων που επιβλέπονται από ομάδα ενηλίκων, με η χωρίς εκπαιδευτικούς σκοπούς
- ο παραθερισμός ανηλίκων σε τέτοιες εγκαταστάσεις
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.