Meaning of προδότης | Babel Free
/pɾoˈðo.tis/Ορισμοί
- αυτός που προδίδει την πατρίδα του
- που καταδίδει πρόσωπο σε εχθρούς
- που αθετεί ηθικές υποχρεώσεις.
- που εγκαταλείπει φίλους ή οικείους σε ώρα ανάγκης
- που φανερώνει μυστικά
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.