Meaning of αστυνόμος | Babel Free
/astiˈnomos/Ορισμοί
-
συνώνυμο του αστυνομικός general
- ανδρικό όνομα
-
αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό αντίστοιχο αυτού του λοχαγού για το στρατό ξηράς, ανώτερος του υπαστυνόμου και κατώτερος του αστυνομικού υποδιευθυντή especially
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αστυνόμου)
- αρχαίος πολίτης ρυθμιστής-αξιωματούχος υπεύθυνος για τους οδοκαθαριστές, κοπροφόρους, φρεατιοκαθαριστές της Αθήνας (μη πολίτες)
Ισοδύναμα
English
Superintendent
Παραδείγματα
“Ο αστυνόμος συλλαμβάνει τον εγκληματία.”
The superintendent arrests the criminal.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.