αστυνόμος
Ορισμοί
-
συνώνυμο του αστυνομικός general
- ανδρικό όνομα
-
αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό αντίστοιχο αυτού του λοχαγού για το στρατό ξηράς, ανώτερος του υπαστυνόμου και κατώτερος του αστυνομικού υποδιευθυντή especially
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αστυνόμου)
- αρχαίος πολίτης ρυθμιστής-αξιωματούχος υπεύθυνος για τους οδοκαθαριστές, κοπροφόρους, φρεατιοκαθαριστές της Αθήνας (μη πολίτες)
Ισοδύναμα
29 more languages
Българскиуправител
Danskforstander
DeutschDrostKommissarLeiterMarschallPolizeikommissarPolizistSchulzeSheriffSuperintendentSuperintendentinWachtmeister
Esperantovokto
Gaeilgemaor
हिन्दीअधीक्षक
Kurdîşerîf
Shqippolic
Tagalogtagapamahala
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free