αστυνόμου
Ορισμοί
-
γενική ενικού του αστυνόμος genitive, singular
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“Το βιβλίο ήταν δώρο του αστυνόμου της περιοχής.”
The book was a gift from the police chief of the area.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free