Meaning of γνώση | Babel Free
/ˈɣno.si/Ορισμοί
- το να γνωρίζει κάποιος κάτι
- οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων
- το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
- η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
- η σύνεση
- μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Δεν είχα γνώση της κατάστασης.”
“Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.”
“Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.”
“γερόντου γνώση”
“Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.”
“Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.