HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γνώση | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ˈɣno.si

Ορισμοί

  1. το να γνωρίζει κάποιος κάτι
  2. οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων
  3. το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
  4. η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
  5. η σύνεση
  6. μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών

Ισοδύναμα

Afrikaans bekendheid besef besef
العربية بصيرة كسب
Български знание
বাংলা শিক্ষা
Bosanski znanje
Català coneixement
Esperanto konato kono konscio scio
فارسی آگاهی اطلاع
Gaeilge leann
Gàidhlig aithne eòlas fios furachas
עברית ידע ידע
Hrvatski znanje
Bahasa Indonesia keinsafan
日本語 知識 認識
Қазақша білім
한국어 지식
Bahasa Melayu pembelajaran pengetahuan
Română învățătură
Slovenščina znanje
Shqip njohur njohur
Српски znanje
Kiswahili uamsho
Українська обі́знаність
中文 知識 知识
ZH-TW 知識

Παραδείγματα

“Δεν είχα γνώση της κατάστασης.”
“Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.”
“Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.”
“γερόντου γνώση”
“Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.”
“Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γνώση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free