HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντίληψη | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/anˈdi.li.psi/

Ορισμοί

  1. το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις)
  2. η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης
  3. η γνώμη
  4. η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια
  5. αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία
    plural

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντίληψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course