Meaning of αντίληψη | Babel Free
/anˈdi.li.psi/Ορισμοί
- το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις)
- η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης
- η γνώμη
- η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια
-
αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία plural
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.