Meaning of γραμματο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία από κάτι που αφορά τη μορφή, τον συνδυασμό ή τη διάταξη των γραμμάτων του αλφαβήτου
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία της μάθησης, των σπουδών ή της λόγιας καλλιέργειας, δηλώνοντας σχέση με τη διδασκαλία, την εκπαίδευση ή τις γραπτές πνευματικές παραδόσεις ενός λαού
- αʹ συνθετικό με αναφορά στις ταχυδρομικές επιστολές, που αφορά αντικείμενα, διαδικασίες ή δομές συνδεδεμένες με την αποστολή και διακίνηση επιστολών
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία των γραμματοσήμων, δείχοντας ότι η σύνθετη λέξη σχετίζεται με τη συλλογή, χρήση ή εμπορία γραμματοσήμων
Παραδείγματα
“γραμματο- (grammato-) + στοιχείο (stoicheío, “characteristic, feature”) → γραμματοστοιχείο (grammatostoicheío, “font”)”
“γραμματο- (grammato-) + κιβώτιο (kivótio, “box”) → γραμματοκιβώτιο (grammatokivótio, “letterbox”)”
“γραμματοσειρά”
“γραμματολογία”
“γραμματοθυρίδα”
“γραμματοσυλλέκτρια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.