Meaning of γρια- | Babel Free
Ορισμοί
άκλιτο προτακτικό στοιχείο της κοινής και λαϊκής χρήσης, ενωμένο πάντα με ενωτικό (–), που αναφέρεται σε γριά / ηλικιωμένη και προσδίδει οικείο ή μειωτικό τόνο σε θηλυκό κύριο όνομα ή σε ουσιαστικό δηλωτικό ιδιότητας, επαγγέλματος κ.λπ.
Παραδείγματα
“Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποὺ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποὺ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποὺ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι —φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα— κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραῖα, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἶτα νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποὺ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἠρέμα εἰς τὰ κύματα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το μοιρολόγι της φώκιας, 1908)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.