CEFR Level
B1
Greek — Intermediate Vocabulary
1,554 words
Can understand the main points of clear standard input on familiar matters.
| # | Word | Type | IPA | Definition |
|---|---|---|---|---|
| 1 | βγάλει | Ρήμα | θα βγάλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω. | |
| 2 | κοίταξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω. | |
| 3 | προσπάθεια | Ουσιαστικό | /pɾoˈspa.θi.a/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προσπαθώ. |
| 4 | κρατήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράτηση. | |
| 5 | εμπιστοσύνη | Ουσιαστικό | /em.bi.stoˈsi.ni/ | το να πιστεύεις ότι κάποιος έχει ορισμένες ικανότητες, ιδιότητες ή αρετές και να μπορείς να στηριχτείς πάνω του. |
| 6 | χωριό | Ουσιαστικό | /xoɾˈʝo/ | οικισμός που αποτελείται από λίγα σπίτια και κατοίκους λιγότερους από αυτούς της πόλης και της κωμόπολης. |
| 7 | φάω | Ρήμα | θα φάω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω. | |
| 8 | παράδειγμα | Ουσιαστικό | /paˈɾa.ðiɣ.ma/ | απόδειξη, γεγονός ή επιχείρημα που χρησιμεύει ως απόδειξη. |
| 9 | χάσεις | Ρήμα | θα χάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω. | |
| 10 | σταθμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του σταθμός. | |
| 11 | έτοιμο | Επίθετο | /ˈe.ti.mo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έτοιμος. |
| 12 | πιθανότητα | Ουσιαστικό | /piθaˈnotita/ | μέτρο πραγματοποίησης ενός ενδεχομένου• ποσοστό ισχύος της δυνητικότητας πραγμάτωσης. Η πιθανότητα είναι 1 αν θα συμβεί… |
| 13 | περαστέ | Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του περαστός. | |
| 14 | ποιόν | Ουσιαστικό | /piˈon/ | οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος (στις τέχνες και στις επιστήμες). |
| 15 | ολόκληρο | Ουσιαστικό, Επίθετο | νότα διάρκειας τεσσάρων χρόνων. | |
| 16 | τόση | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈtosi/ | nominative/accusative feminine singular of τόσος (tósos). |
| 17 | Αγαπητή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπητός. | |
| 18 | φοράς | Ουσιαστικό, Ρήμα | γενική ενικού του φόρα. | |
| 19 | εμπειρία | Ουσιαστικό | /e(m)biˈɾia/ | η γνώση που αποκτιέται μέσα από βιώματα. |
| 20 | εργαστήριο | Ουσιαστικό | /erɣaˈstirjo/ | δράση ή σειρά δράσεων εκπαιδευτικού ή βιωματικού χαρακτήρα, συνήθως σύντομης διάρκειας, με έμφαση στην αλληλεπίδραση μετ… |
| 21 | στολή | Ουσιαστικό | /stoˈli/ | το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλ… |
| 22 | υπεύθυνος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /iˈpefθinos/ | (Ουσιαστικό). |
| 23 | ιστορίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορία. | |
| 24 | ευτυχισμένη | Ρήμα, Επίθετο | nominative/accusative/vocative feminine singular of ευτυχισμένος (eftychisménos). | |
| 25 | αποκλείεται | Ρήμα | /apoˈkliete/ | γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποκλείομαι, παθητικής φωνής του αποκλείω. |
| 26 | περνάει | Ρήμα | /peɾˈna.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του περνάω. |
| 27 | τοίχο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του τοίχος. | |
| 28 | σόου | Ουσιαστικό | /sou/ | παραγωγή στην τηλεόραση ή τον κινηματογράφο με εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, μπαλέτα και τραγούδια. |
| 29 | βρίσκονται | Ρήμα | ||
| 30 | Μπέις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα μπεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω. | |
| 31 | έπαθε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω. | |
| 32 | πραγματική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματικός. | |
| 33 | περάσουμε | Ρήμα | θα περάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ. | |
| 34 | φώτα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φως. | |
| 35 | χρυσό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xɾiˈso/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χρυσός. |
| 36 | περισσότεροι | Επίθετο | nominative/vocative masculine plural of περισσότερος (perissóteros). | |
| 37 | θείος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈθi.os/ | άλλη μορφή του θείος. |
| 38 | πρόταση | Ουσιαστικό | /ˈpɾo.ta.si/ | μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά απο λέξεις με κεντρικό χαρακτηριστικό ένα ρήμα. |
| 39 | σκεφτείς | Ρήμα | θα σκεφτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι. | |
| 40 | ηλίθιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ηλίθιος. | |
| 41 | πρόσβαση | Ουσιαστικό | το πλησίασμα. | |
| 42 | λεωφορείο | Ουσιαστικό | /le.o.foˈɾi.o/ | αυτοκινούμενο όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών. |
| 43 | πάτερ | Ουσιαστικό | /ˈpa.teɾ/ | άκλιτο: πατέρας στην έκφραση:. |
| 44 | γλυκέ | Επίθετο | κλητική ενικού του γλυκός. | |
| 45 | κλείσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω. | |
| 46 | βάρος | Ουσιαστικό | /ˈva.ros/ | το φυσικό μέγεθος που μετριέται με το δυναμόμετρο και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητα… |
| 47 | τύποι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύπος. | |
| 48 | γυρίσουμε | Ρήμα | θα γυρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω. | |
| 49 | έχασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω. | |
| 50 | τρύπα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈtɾi.pa/ | κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα. |
| 51 | σεβασμό | Ουσιαστικό | /se.vaˈzmo/ | αιτιατική ενικού του σεβασμός. |
| 52 | γεύμα | Ουσιαστικό | /ˈʝev.ma/ | η τροφή που καταναλώνει κάποιος σε τακτά διαστήματα της ημέρας. |
| 53 | αλλάξω | Ρήμα | θα αλλάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω. | |
| 54 | ζω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈzo/ | κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια. |
| 55 | κλήση | Ουσιαστικό | /ˈkli.si/ | η εντολή σε πρόγραμμα που καλεί για εκτέλεση ένα υποπρόγραμμα (ή συνάρτηση), διαβιβάζει σε αυτό τις πραγματικές παραμέτρ… |
| 56 | ζήσει | Ρήμα | /ˈzi.si/ | θα ζήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω. |
| 57 | υπόλοιπα | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter plural of υπόλοιπος (ypóloipos). | |
| 58 | ζεις | Ρήμα | /ˈzis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ζω. |
| 59 | δίκη | Ουσιαστικό | /ˈði.ci/ | γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Δίκης). |
| 60 | προτιμώ | Ρήμα | /pɾo.tiˈmo/ | δείχνω την προτίμησή μου ή πάντως αισθάνομαι προτίμηση για κάτι, επιλέγω μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων, ειδών, ανθρώπων… |
| 61 | Μπα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈba/ | εκφράζει άρνηση, χωρίς όμως να υπάρχει απόλυτη σιγουριά. |
| 62 | δίκαιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈði.ce.o/ | σύνολο κανόνων γραπτών (νομοθεσία) ή άγραφων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, τις σχέσεις με… |
| 63 | εννοούσα | Ρήμα | ||
| 64 | διαδικασία | Ουσιαστικό | /ði.a.ði.kaˈsi.a/ | η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ί… |
| 65 | κυβερνήτη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κυβερνήτης. | |
| 66 | μερικούς | Επίθετο, Αντωνυμία | αιτιατική πληθυντικού του μερικός. | |
| 67 | τω | Άρθρο | monotonic form of τῷ (tôi), masculine/neuter dative singular of ὁ (o). | |
| 68 | παραλίγο | Επίρρημα | /paɾaˈliɣo/ | σε πολύ μικρή (χρονική) απόσταση από κάτι κακό ή ανεπιθύμητο, το οποίο όμως δεν συνέβη. |
| 69 | πάθει | Ρήμα | θα πάθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παθαίνω. | |
| 70 | φέρνει | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈfeɾ.ni/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω. |
| 71 | βγεις | Ρήμα | θα βγεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω. | |
| 72 | πνεύμα | Ουσιαστικό | /ˈpnev.ma/ | διακριτικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής το οποίο δεν υποδεικνύει τη συλλαβή τονισμού αλλά στην αρχαιότητα πιθανό… |
| 73 | γκέι | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈɟei/ | gay (of, or concerning homosexuals). |
| 74 | υπολογιστή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπολογιστής. | |
| 75 | βοηθήσουμε | Ρήμα | θα βοηθήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ. | |
| 76 | ζήσω | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα ζήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω. | |
| 77 | καπέλο | Ουσιαστικό | /kaˈpe.lo/ | εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι γι… |
| 78 | επεισόδιο | Ουσιαστικό | /e.piˈso.ði.o/ | ένα από τα "επικά" μέρη της αρχαίας τραγωδίας, όπου εκτυλίσσεται η δράση μέσα από το διάλογο των ηρώων. |
| 79 | Αληθινή | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αληθινός. | |
| 80 | σώσει | Ρήμα | /ˈso.si/ | θα σώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω. |
| 81 | γέφυρα | Ουσιαστικό | /ˈʝefira/ | οτιδήποτε διευκολύνει την προσέγγιση και την επικοινωνία ανθρώπων, ομάδων, κρατών κλπ. μεταξύ τους και συντελεί στην άμβ… |
| 82 | σημαντική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /si.man.diˈci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαντικός. |
| 83 | άρρωστος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈa.ɾo.stos/ | που δεν είναι καλά στην υγεία του. |
| 84 | κοριτσάκι | Ουσιαστικό | μικρό κορίτσι. | |
| 85 | μεγάλε | Επίθετο, Επιφώνημα | κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μεγάλος. | |
| 86 | μίλησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ. | |
| 87 | εστιατόριο | Ουσιαστικό | /e.sti.aˈto.ɾi.o/ | κατάστημα (ή μέρος που ανήκει σε μεγαλύτερο χώρο: πλοίο, τρένο κ.λπ.) όπου παρασκευάζονται και σερβίρονται φαγητά, ποτά… |
| 88 | συνεχώς | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /si.neˈxos/ | (Ουσιαστικό). |
| 89 | συμπεριφορά | Ουσιαστικό | /simbeɾifoˈɾa/ | οι χαρακτηριστικές ενέργειες ενός ατόμου, ο τρόπος αντίδρασής του σε συγκεκριμένα εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα. |
| 90 | εργασία | Ουσιαστικό | /eɾ.ɣaˈsi.a/ | η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην πα… |
| 91 | σκοτώθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι. | |
| 92 | δικούς | Επίθετο, Αντωνυμία | accusative masculine plural of δικός (dikós). | |
| 93 | Χα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα, Φράση | ηχομιμητική λέξη που μιμείται το γέλιο (συνήθως επαναλαμβανόμενη). | |
| 94 | κατάφερες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω. | |
| 95 | πάτωμα | Ουσιαστικό | η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο. | |
| 96 | λουλούδια | Ουσιαστικό | /lu.luˈðʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδι. |
| 97 | γάμος | Ουσιαστικό | /ˈɣamos/ | η αναγνωρισμένη από το νόμο συμβίωση δύο ανθρώπων, που έχει γίνει μετά από σύμφωνη με τη νομοθεσία διαδικασία. |
| 98 | αίματος | Ουσιαστικό | γενική ενικού του αίμα. | |
| 99 | πτήση | Ουσιαστικό | /ˈpti.si/ | η ενέργεια του πετώ, το πέταγμα στον αέρα (όχι η ρίψη αντικειμένου ή ανθρώπου, το πέταμα δηλαδή, που έχει άλλη ρίζα και… |
| 100 | ειρήνη | Ουσιαστικό | /iˈri.ni/ | γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Ειρήνης). |
| 101 | σταμάτησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ. | |
| 102 | ρολόι | Ουσιαστικό | /ɾoˈlo.i/ | κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ. |
| 103 | ξύπνα | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος ξυπνώ. | |
| 104 | αποτέλεσμα | Ουσιαστικό | /a.poˈte.le.zma/ | η ετυμηγορία για την κατάληξη μιας εξεταστικής (ή άλλης) διαδικασίας (ανακοίνωση επιτυχώντων και αποτυχώντων). |
| 105 | έμεινε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω. | |
| 106 | βλέπουμε | Ρήμα | /ˈvle.pu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω. |
| 107 | σκεφτεί | Ρήμα | /sceˈfti/ | γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του σκέφτομαι. |
| 108 | στόχος | Ουσιαστικό | αυτό που θέλει κάποιος να συνατήσει η ρίψη του. | |
| 109 | πήραμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω. | |
| 110 | έμαθες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. | |
| 111 | φαίνονται | Ρήμα | ||
| 112 | δουλέψει | Ρήμα | θα δουλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω. | |
| 113 | δέντρο | Ουσιαστικό | /ˈðen.dro/ | αφηρημένος τύπος δεδομένων, με ιεραρχική δομή, όπου κάθε κόμβος έχει μηδέν ή περισσότερους κόμβους ως παιδιά. |
| 114 | Καινούργιο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ceˈnuɾ.ʝo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καινούργιος. |
| 115 | τελειώσω | Ρήμα | θα τελειώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω. | |
| 116 | καθιστέ | Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του καθιστός. | |
| 117 | δίκια | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκιο. | |
| 118 | ζώνη | Ουσιαστικό | /ˈzo.ni/ | δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μα… |
| 119 | μερικοί | Επίθετο, Αντωνυμία | /meɾiˈci/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερικός. |
| 120 | φταίω | Ρήμα | /[ˈfteo]/ | είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό. |
| 121 | ζωντανό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ανόητος, χαζός. | |
| 122 | μοίρα | Ουσιαστικό | /ˈmira/ | μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °). |
| 123 | σκοτάδι | Ουσιαστικό | /skoˈta.ði/ | η περίοδος όπου κυριαρχεί ο φόβος, η δουλεία. |
| 124 | γωνία | Ουσιαστικό | /ɣoˈni.a/ | το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες. |
| 125 | επέστρεψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω. | |
| 126 | δόντια | Ουσιαστικό | /ˈðon.dʝa/ | το σημάδι / αποτύπωμα που μένει όταν κάποιος δαγκώνει κάτι. |
| 127 | έπιασα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 128 | σπίτια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίτι. | |
| 129 | σκυλί | Ουσιαστικό | /sciˈli/ | σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες. |
| 130 | χρώμα | Ουσιαστικό | /ˈxɾoma/ | ένα φυσικό χαρακτηριστικό των υλικών σωμάτων που εξαρτάται από το ποια μήκη κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ανταν… |
| 131 | αγαπημένο | Ουσιαστικό, Ρήμα | /aɣapiˈmeno/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγαπημένος. |
| 132 | φόρεμα | Ουσιαστικό | /ˈfo.ɾe.ma/ | φουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφ… |
| 133 | λεπτομέρειες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτομέρεια. | |
| 134 | επιπλέον | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα | /epiˈpleon/ | (Ουσιαστικό). |
| 135 | ρώτησα | Ρήμα | /ˈɾo.ti.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ. |
| 136 | συνέντευξη | Ουσιαστικό | /siˈnen.def.ksi/ | διαδικασία κατά την οποία ένας δημοσιογράφος θέτει ερωτήσεις προφορικά σε κάποιον για να μάθει την άποψή του για διάφορα… |
| 137 | ταινίες | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταινία. | |
| 138 | φτάσουμε | Ρήμα | θα φτάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω. | |
| 139 | επίπεδο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /eˈpi.pe.ðo/ | η λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει. |
| 140 | ήσυχο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ήσυχος. | |
| 141 | περισσότερες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του περισσότερος. | |
| 142 | παίξουμε | Ρήμα | θα παίξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 143 | έβαλες | Ρήμα | /ˈe.va.les/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω. |
| 144 | μπουκάλι | Ουσιαστικό | /buˈka.li/ | δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου… |
| 145 | δολοφονία | Ουσιαστικό | ο φόνος ανθρώπου που διαπράττεται λόγω εγκληματικής αμέλειας ή αδιαφορίας για την αξία της ζωής. | |
| 146 | μπορέσω | Ρήμα | θα μπορέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ. | |
| 147 | ξεχάσω | Ρήμα | θα ξεχάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ. | |
| 148 | μαλάκας | Ουσιαστικό | /maˈlakas/ | ο βλάκας, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο. |
| 149 | χρειαστείς | Ρήμα | θα χρειαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι. | |
| 150 | επιτυχία | Ουσιαστικό | /e.pi.tiˈçi.a/ | η πραγματοποίηση στόχου. |
| 151 | εξετάσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.kseˈta.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέταση. |
| 152 | χαρτί | Ουσιαστικό | /xaɾˈti/ | λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά το… |
| 153 | προστασία | Ουσιαστικό | /pɾo.staˈsi.a/ | η φύλαξη ή απομάκρυνση από τον κίνδυνο. |
| 154 | αδελφό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ðelˈfo/ | αιτιατική ενικού του αδελφός. |
| 155 | παράσταση | Ουσιαστικό | η από τον νόμο σωστή εμφάνιση (παρουσία ή/και ντύσιμο) δημοσίου ή ιδιωτικού υπαλλήλου-λειτουργού. | |
| 156 | χάσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω. | |
| 157 | αρχίσουμε | Ρήμα | θα αρχίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω. | |
| 158 | κλείσω | Ρήμα | θα κλείσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω. | |
| 159 | σκληρό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκληρός. | |
| 160 | πορεία | Ουσιαστικό | η κίνηση ενός οχήματος, σκάφους ή εναέριου μέσου προς μια κατεύθυνση. | |
| 161 | ενάντια | Επίθετο, Επίρρημα | /eˈnandia/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of ενάντιος (enántios). |
| 162 | έκλεψε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω. | |
| 163 | πολέμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του πόλεμος. | |
| 164 | οποιαδήποτε | Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οποιοσδήποτε. | |
| 165 | πληρώσω | Ρήμα | θα πληρώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω. | |
| 166 | κουβέντα | Ουσιαστικό | /kuˈven.da/ | συζήτηση που δεν έχει επίσημο χαρακτήρα ή συγκεκριμένο θέμα. |
| 167 | έμαθε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. | |
| 168 | ρίξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρίχνω. | |
| 169 | συμβουλή | Ουσιαστικό | /siɱ.vuˈli/ | η γνώμη ή η άποψη που διατυπώνει ένα άτομο, συνήθως με περισσότερες γνώσεις ή εμπειρία, προς κάποιο άλλο λιγότερο έμπειρ… |
| 170 | βόρεια | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βόρειος. | |
| 171 | λόγους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του λόγος. | |
| 172 | καθαρά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρό. | |
| 173 | ιδιαίτερα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /iðiˈeteɾa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιδιαίτερος. |
| 174 | όνειρα | Ουσιαστικό | /[ˈɔnira]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όνειρο. |
| 175 | ακρίβεια | Ουσιαστικό | /aˈkri.vi.a/ | η ιδιότητα του «ακριβός»: το να πουλιούνται προϊόντα ή να παρέχονται υπηρεσίες πολύ ακριβά, με μεγάλο κόστος. |
| 176 | εξάλλου | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈe.ksa.lu/ | (Ουσιαστικό). |
| 177 | κατευθείαν | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ka.teˈfθi.an/ | (Ουσιαστικό). |
| 178 | αλλάζει | Ρήμα | ||
| 179 | πιάσουμε | Ρήμα | θα πιάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω. | |
| 180 | αφήνω | Ρήμα | /aˈfi.no/ | χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα. |
| 181 | χρησιμοποίησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 182 | τέτοιες | Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative feminine plural of τέτοιος (tétoios). | |
| 183 | πιστεύουμε | Ρήμα | /piˈste.vu.me/ | |
| 184 | ευθύνη | Ουσιαστικό | /eˈfθi.ni/ | η υποχρέωση εκπλήρωσης των καθηκόντων και λογοδοσίας ή απολογίας για τις σχετικές ενέργειες. |
| 185 | μιλάτε | Ρήμα | ||
| 186 | ματ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Φράση | /mat/ | αστυνομικές ομάδες καταστολής διαδηλώσεων και ταραχών. |
| 187 | ΚΑΤ | Ουσιαστικό, Φράση | /ˈkat/ | νοσοκομείο της Αθήνας στην Κηφισιά, με εξειδίκευση σε τραυματολογικά και ορθοπαιδικά περιστατικά. |
| 188 | μητέρας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μητέρα. | |
| 189 | πουλί | Ουσιαστικό | /puˈli/ | μικρό αντικείμενο σε σχήμα δίσκου, εξάρτημα παιχνιδιών, που χρησιμοποιείται από τους παίκτες του παιχνιδιού, μετακινώντα… |
| 190 | εφημερίδα | Ουσιαστικό | /e.fi.meˈri.ða/ | περιοδική, συνήθως ημερήσια, έντυπη έκδοση που περιέχει τρέχοντα γεγονότα, διάφορα σχόλια, ποικίλες πληροφορίες, ανταποκ… |
| 191 | ελευθερία | Ουσιαστικό | /e.le.fθeˈɾi.a/ | η απουσία εξαναγκασμού και καταπίεσης και κάθε επιμέρους δικαίωμα που αυτή συνεπάγεται. |
| 192 | κυρίως | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ciˈɾi.os/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 193 | τηλεφώνημα | Ουσιαστικό | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τηλεφωνώ. | |
| 194 | κόπο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του κόπος. | |
| 195 | διαταγές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταγή. | |
| 196 | πολιτική | Ουσιαστικό, Επίθετο | το σύνολο των δράσεων και των ιδεών που σχετίζονται με τα δημόσια πράγματα, τη διακυβέρνηση μιας πόλης, ενός κράτους. | |
| 197 | σκύλο | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 198 | ηλίθιε | Επίθετο | κλητική ενικού του ηλίθιος. | |
| 199 | γυναίκας | Ουσιαστικό | /ʝi.neˈkas/ | που ενδιαφέρεται υπερβολικά για τις γυναίκες, που τις φλερτάρει συνεχώς και επιχειρεί μόνιμα την ερωτική επαφή μαζί τους. |
| 200 | συμβούλιο | Ουσιαστικό | /siɱˈvu.li.o/ | συνάθροιση ατόμων, που έχουν οριστεί ή εκλεγεί, προκειμένου να αποφασίσουν, μετά από συζήτηση, για διάφορα θέματα. |
| 201 | δύσκολα | Επίθετο, Επίρρημα | /ˈðiskola/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δύσκολος. |
| 202 | φάντασμα | Ουσιαστικό | /ˈfan.da.zma/ | το πνεύμα ενός νεκρού που εμφανίζεται στους ζωντανούς. |
| 203 | φάνηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι. | |
| 204 | καριέρα | Ουσιαστικό | /kaˈɾʝe.ɾa/ | η επαγγελματική ή καλλιτεχνική σταδιοδρομία. |
| 205 | επικεφαλής | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /e.pi.ce.faˈlis/ | κατέχοντας την αρχηγική, ηγετική, κυβερνητική ή/και καθοδηγητική θέση, στην πρώτη θέση ή σειρά. |
| 206 | υπήρξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω. | |
| 207 | άλογα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈa.lo.ɣa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άλογο) του άλογος. |
| 208 | κλαρκ | Ουσιαστικό | /ˈklaɾk/ | περονοφόρο όχημα ανύψωσης φορτίου. |
| 209 | παίζω | Ρήμα | /ˈpe.zo/ | δεν είμαι σταθερά προσαρμοσμένος στη θέση μου, αλλά μπορώ να κινηθώ ελαφρά γύρω από αυτήν, πάω πέρα δώθε. |
| 210 | λευκό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lefˈko/ | το λευκό ψηφοδέλτιο αυτό με το οποίο ο ψηφοφόρος δεν δηλώνει προτίμηση για κανέναν υποψήφιο ή συνδυασμό. |
| 211 | γάμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του γάμος. | |
| 212 | χαρούμενη | Ρήμα | /xaˈɾu.me.ni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρούμενος. |
| 213 | αποτελέσματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτέλεσμα. | |
| 214 | Σωσώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈso.so/ | θα σώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω. |
| 215 | πρόσφατα | Επίθετο, Επίρρημα | στο κοντινό παρελθόν. | |
| 216 | γράφει | Ρήμα | ||
| 217 | εγκλήματος | Ουσιαστικό | γενική ενικού του έγκλημα. | |
| 218 | γαμώ | Ρήμα | /ɣaˈmo/ | μορφή του γαμάω. |
| 219 | θύματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύμα. | |
| 220 | δείχνουν | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δείχνω. | |
| 221 | πληρώσει | Ρήμα | θα πληρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω. | |
| 222 | πιθανότατα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /pi.θaˈno.ta.ta/ | (Ουσιαστικό). |
| 223 | οκτώ | Ουσιαστικό, Επίθετο | /oˈkto/ | το απόλυτο αριθμητικό (8) που ακολουθεί το επτά και προηγείται του εννιά. |
| 224 | νότια | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ˈno.ti.a/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of νότιος (nótios). |
| 225 | ξεχάσεις | Ρήμα | θα ξεχάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ. | |
| 226 | παράλια | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pa.ɾaˈli.a/ | το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο. |
| 227 | κρίση | Ουσιαστικό | /ˈkɾi.si/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή. |
| 228 | στόχο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του στόχος. | |
| 229 | έλεγαν | Ρήμα | ||
| 230 | αστεία | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | αστειευόμενος, όχι σοβαρά, στ' αστεία. | |
| 231 | δαχτυλίδι | Ουσιαστικό | /ða.xtiˈli.ði/ | το κόσμημα που έχει σχήμα κρίκου, συνήθως κατασκευασμένο από πολύτιμα υλικά, που φοριέται σε δάχτυλο του χεριού. |
| 232 | βάζω | Ρήμα | /ˈvazo/ | συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας. |
| 233 | δολοφόνο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του δολοφόνος. | |
| 234 | υποθέσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα υποθέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποθέτω. | |
| 235 | τελευταίες | Επίθετο | /te.lefˈte.es/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελευταία. |
| 236 | μπούμε | Ρήμα | θα μπούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω. | |
| 237 | στου | Ουσιαστικό, Άρθρο | /ˈstu/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 238 | καταστροφή | Ουσιαστικό | /ka.ta.stroˈfi/ | στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, η λύση της πλοκής. |
| 239 | πιθανό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιθανός. | |
| 240 | αλλάξεις | Ρήμα | θα αλλάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω. | |
| 241 | δυνατή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυνατός. | |
| 242 | κερδίσει | Ρήμα | /cerˈði.si/ | θα κερδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω. |
| 243 | βρήκατε | Ρήμα | /ˈvɾi.ka.te/ | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω. |
| 244 | πηγή | Ουσιαστικό | /piˈʝi/ | καθεμιά από τις δύο μαλακές περιοχές στο κεφάλι του μωρού όπου τα οστά του κρανίου δεν είναι ενωμένα ακόμα πλήρως. |
| 245 | βρίσκομαι | Ρήμα | /ˈvɾi.sko.me/ | εντοπίζομαι, γίνομαι αντιληπτός σε μια τοποθεσία ή κατάσταση. |
| 246 | θαυμάσια | Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα | πολύ ωραία, υπέροχα. | |
| 247 | γράμματα | Ουσιαστικό | /ˈɣɾa.ma.ta/ | ο οπισθότυπος ενός νομίσματος, που αναγράφει την αξία του. |
| 248 | τρομερό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρομερός. | |
| 249 | γάλα | Ουσιαστικό | /[ˈɣala]/ | θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά απ… |
| 250 | ταχύτητα | Ουσιαστικό | /taˈçitita/ | διανυσματικό φυσικό μέγεθος που ισούται με την απόσταση που διανύει ένα κινούμενο σώμα στη μονάδα του χρόνου. |
| 251 | γύρισα | Ρήμα | /ˈʝi.ɾi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω. |
| 252 | μένεις | Ρήμα | ||
| 253 | ελεύθερη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεύθερος. | |
| 254 | καρέκλα | Ουσιαστικό | /kaˈɾe.kla/ | έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη. |
| 255 | όσους | Αντωνυμία | /ˈo.sus/ | αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όσος. |
| 256 | υπάρξει | Ρήμα | θα υπάρξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπάρχω. | |
| 257 | διευθυντής | Ουσιαστικό | ο επικεφαλής μιας υπηρεσίας, αυτός που τη διευθύνει. | |
| 258 | κάποιους | Αντωνυμία | accusative masculine plural of κάποιος (kápoios). | |
| 259 | γνωρίσει | Ρήμα | θα γνωρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω. | |
| 260 | απέναντι | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Πρόθεση | /aˈpe.nan.di/ | μπροστά σε (μεταφορικά), σε σχέση με. |
| 261 | απόδειξη | Ουσιαστικό | /aˈpo.ði.ksi/ | χαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερο… |
| 262 | παίξω | Ρήμα | θα παίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 263 | πανεπιστήμιο | Ουσιαστικό | /[pa.ne.piˈsti.mi.o]/ | ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα· υποδιαιρείται σε σχολές όπου διδάσκονται διάφορες επιστήμες. Στην αναφορά σε τίτλο συγκεκρι… |
| 264 | αριθμός | Ουσιαστικό | /[ariθˈmos]/ | έννοια που δηλώνει το πλήθος των πραγμάτων στα οποία αναφερόμαστε, μας εξυπηρετεί στους μαθηματικούς υπολογισμούς και τι… |
| 265 | έφυγα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω. | |
| 266 | στήθος | Ουσιαστικό | /ˈstiθos/ | το μπροστινό μέρος του κορμιού ανθρώπου ή ζώου κάτω από το λαιμό και πάνω από την κοιλιά, εξαιρώντας τα χέρια/πόδια. |
| 267 | χτύπημα | Ουσιαστικό | /ˈxti.pi.ma/ | το άγγιγμα ή η κρούση κάποιου πράγματος με την ταυτόχρονη πρόκληση ήχου. |
| 268 | πάρκο | Ουσιαστικό | /ˈpaɾ.ko/ | χώρος που έχει διαμορφωθεί με κήπους και δέντρα και τον επισκέπτονται άνθρωποι για ψυχαγωγικούς ή ερευνητικούς σκοπούς. |
| 269 | μνήμη | Ουσιαστικό | /ˈmnimi/ | συνήθως η κεντρική μνήμη, αλλά μπορεί να αναφέρεται και σε οποιαδήποτε άλλη, από τον μικρό καταχωρητή (register) έως την… |
| 270 | τεράστια | Επίθετο, Επίρρημα | nominative/accusative/vocative feminine singular of τεράστιος (terástios). | |
| 271 | δέρμα | Ουσιαστικό | /[ˈðɛɾma]/ | το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε… |
| 272 | μένω | Ρήμα | /ˈme.no/ | βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω. |
| 273 | συνεχίσω | Ρήμα | θα συνεχίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω. | |
| 274 | πύλη | Ουσιαστικό | /ˈpi.li/ | λογικό κύκλωμα ηλεκτρονικού υπολογιστή. |
| 275 | γελοίο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γελοίος. | |
| 276 | είδαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω. | |
| 277 | επιλογές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλογή. | |
| 278 | παρόν | Ουσιαστικό, Επίθετο | /paˈɾon/ | nominative/accusative/vocative neuter singular of παρών (parón). |
| 279 | μαγεία | Ουσιαστικό | /maˈʝi.a/ | η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσι… |
| 280 | κουνήσου | Ρήμα | /kuˈni.su/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι. |
| 281 | διάβασα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω. | |
| 282 | βρίσκεις | Ρήμα | ||
| 283 | χαρούμενος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /xaˈɾu.me.nos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 284 | απλή | Επίθετο | /aˈpli/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλός. |
| 285 | τελείωσα | Ρήμα | /teˈli.o.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω. |
| 286 | στιγμές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγμή. | |
| 287 | πυροβόλησε | Ρήμα | /pi.ɾoˈvo.li.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ. |
| 288 | φύση | Ουσιαστικό | /ˈfi.si/ | ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται… |
| 289 | σφαίρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαίρα. | |
| 290 | μονάδα | Ουσιαστικό | /moˈna.ða/ | μονάδα μέτρησης• κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που έχει καθοριστεί συμβατικά για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσο… |
| 291 | ψέμα | Ουσιαστικό | /ˈpse.ma/ | οτιδήποτε μάταιο, εφήμερο που δημιουργεί ψευδείς ελπίδες αλλά στο τέλος οδηγεί σε απογοήτευση. |
| 292 | σαββατοκύριακο | Ουσιαστικό | /sa.va.toˈciɾ.ʝa.ko/ | κατά το χρονικό διάστημα από το Σάββατο έως τη Κυριακή. |
| 293 | κλείσει | Ρήμα | θα κλείσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω. | |
| 294 | έρθετε | Ρήμα | θα έρθετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 295 | γνωρίσω | Ρήμα | θα γνωρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω. | |
| 296 | λάθη | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάθος. | |
| 297 | ιδέες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδέα. | |
| 298 | έξυπνο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έξυπνος. | |
| 299 | αγορά | Ουσιαστικό | /aɣoˈra/ | η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτ… |
| 300 | κάμερες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμερα. | |
| 301 | χρειαστώ | Ρήμα | θα χρειαστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι. | |
| 302 | φτάσαμε | Ρήμα | /ˈfta.sa.ne/ | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω. |
| 303 | οδηγεί | Ρήμα | ||
| 304 | τρώει | Ρήμα | /ˈtɾo.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού ενεστώτα του τρώω. |
| 305 | πριγκίπισσα | Ουσιαστικό | /pɾiŋˈɟipisa/ | η κόρη ενός βασιλιά. |
| 306 | μαύρη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /maˈvɾi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαύρος. |
| 307 | τζιν | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈd͡zin/ | παντελόνι από τέτοιο ύφασμα, κυρίως το λεγόμενο και μπλουτζίν. |
| 308 | εκδίκηση | Ουσιαστικό | /ekˈði.ci.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκδικούμαι, ανταπόδοση κακού. |
| 309 | γιά | Αντωνυμία | πολυτονική γραφή του για. | |
| 310 | αεροδρόμιο | Ουσιαστικό | /a.e.ɾoˈðɾo.mi.o/ | επίπεδη περιοχή στην ξηρά ή στο νερό με εγκαταστάσεις κι εξοπλισμό που εξυπηρετούν την προσγείωση, την απογείωση, τη φύλ… |
| 311 | κρέας | Ουσιαστικό | /ˈkreas/ | άνθρωπος χωρίς ενσυναίσθηση ή συναίσθημα. |
| 312 | παίξει | Ρήμα | θα παίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 313 | έστω | Ρήμα, Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈe.sto/ | για να δηλωθεί ότι κάτι ισχύει, υπάρχει. |
| 314 | κατάλληλη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάλληλος. | |
| 315 | κατάφερε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω. | |
| 316 | πιστέψεις | Ρήμα | θα πιστέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω. | |
| 317 | βρε | Επιφώνημα | /ˈvɾe/ | ανάλογα με τον τρόπο που λέγεται δηλώνει αντίστοιχα βρισιά, περιφρόνηση, θαυμασμό αλλά και οικειότητα όπως. |
| 318 | σκουπίδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπίδι. | |
| 319 | προτού | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /pɾoˈtu/ | (Ουσιαστικό). |
| 320 | καθαρό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθαρός. | |
| 321 | θέματα | Ουσιαστικό | /ˈθe.ma.ta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέμα. |
| 322 | χτυπήσει | Ρήμα | θα χτυπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ. | |
| 323 | φάρμακα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρμακο. | |
| 324 | τύπου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του τύπος. | |
| 325 | βοηθός | Ουσιαστικό | /voi̯ˈθos/ | που δουλεύει υπό τις οδηγίες κάποιου ιεραρχικά ανώτερου, που η εργασία του είναι δευτερεύουσα ή βοηθητική. |
| 326 | γάτα | Ουσιαστικό | /ˈɣa.ta/ | κατοικίδιο τετράποδο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Έχει ευλύγιστο σώμα, στρογγυλό κεφάλι, μακρι… |
| 327 | μέλη | Ουσιαστικό | /ˈme.li/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλος. |
| 328 | απαίσιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απαίσιος. | |
| 329 | ωστόσο | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /oˈsto.so/ | (Ουσιαστικό). |
| 330 | νοιάζεται | Ρήμα | /ˈɲa.ze.te/ | β΄ πρόσωπο ενικού παθητικού ενεστώτα - αποθετικό ρήμα νοιάζομαι. |
| 331 | φάση | Ουσιαστικό | /ˈfa.si/ | καθεμιά από τις διαφορετικές (φωτεινές) όψεις της Σελήνης ή άλλων ουράνιων σωμάτων, όψεις που παρατηρούνται διαδοχικά κα… |
| 332 | ήρωας | Ουσιαστικό | μυθολογικό πρόσωπο που δεν είναι θεός και, συνήθως, ξεχωρίζει για την ανδρεία του. | |
| 333 | ισχύει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ισχύω. | |
| 334 | δικοί | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative masculine plural of δικός (dikós). | |
| 335 | πέφτει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πέφτω. | |
| 336 | κρατάω | Ρήμα | /kɾaˈta.o/ | ασυναίρετη μορφή του κρατώ. |
| 337 | καλοκαίρι | Ουσιαστικό | /ka.loˈce.ɾi/ | η εποχή του έτους, μετά την άνοιξη και πριν το φθινόπωρο, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε υψηλότερη θέση στον ουρανό… |
| 338 | υπόλοιπο | Ουσιαστικό, Επίθετο | nominative/accusative/vocative neuter singular of υπόλοιπος (ypóloipos). | |
| 339 | προτείνω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /pɾoˈti.no/ | (Ουσιαστικό). |
| 340 | εις | Πρόθεση | /[is]/ | μονοτονική γραφή του εἰς: σε. |
| 341 | εντολή | Ουσιαστικό | /e(n).doˈli/ | η εξουσιοδότηση για την εφαρμογή μιας πολιτικής, που παρέχεται από το σώμα των εκλεκτόρων ή από αυτόν που κατά το Σύνταγ… |
| 342 | έγραψε | Ρήμα | ||
| 343 | ονομάζεται | Ρήμα | /o.noˈma.ze.te/ | |
| 344 | δρόμους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του δρόμος. | |
| 345 | απαίσια | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαίσιος. | |
| 346 | πεδίο | Ουσιαστικό | το καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής. Η τομή μιας γραμμής (row) και μιας στήλης (column) ενός πίνακα. | |
| 347 | νόμο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του νόμος. | |
| 348 | πήγαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω. | |
| 349 | απειλή | Ουσιαστικό | ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του. | |
| 350 | βάλτε | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | κλητική ενικού του βάλτος. | |
| 351 | επιστρέφω | Ρήμα | /e.piˈstɾe.fo/ | γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε. |
| 352 | πιθανότητες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανότητα. | |
| 353 | γέρος | Ουσιαστικό | /ˈʝeɾos/ | (οικείο ή μειωτικό ο πατέρας κάποιου. |
| 354 | σέξι | Ουσιαστικό, Επίθετο | (Ουσιαστικό). | |
| 355 | θεωρία | Ουσιαστικό | /θeoˈria/ | οι γενικές αρχές μιας επιστήμης ή μαθήματος που διδάσκονται ώστε ο σπουδαστής να μπορεί να επιλύσει αντίστοιχες ασκήσεις… |
| 356 | διασκέδαση | Ουσιαστικό | /ðʝaˈsce.ða.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω. |
| 357 | ευχαριστήσω | Ρήμα | θα ευχαριστήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ευχαριστώ. | |
| 358 | εκατό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /e.kaˈto/ | το απόλυτο αριθμητικό (100) που ακολουθεί το ενενήντα εννέα και προηγείται του εκατόν ένα. |
| 359 | εκείνα | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative/accusative/vocative neuter plural of εκείνος (ekeínos). | |
| 360 | στάση | Ουσιαστικό | /[ˈstasi]/ | ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης. |
| 361 | συναντήσω | Ρήμα | θα συναντήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ. | |
| 362 | ζητάω | Ρήμα | /ziˈta.o/ | λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου. |
| 363 | παίξεις | Ρήμα | θα παίξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 364 | σημάδια | Ουσιαστικό | /siˈma.ðʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημάδι. |
| 365 | γεύση | Ουσιαστικό | /ˈʝefsi/ | μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα των τροφών και των υγρών στο στόμα ανάλογα με το… |
| 366 | καθήκον | Ουσιαστικό | /kaˈθi.kon/ | αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία… |
| 367 | στραβά | Επίθετο, Επίρρημα | /stɾaˈva/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στραβός. |
| 368 | αποθήκη | Ουσιαστικό | /a.poˈθi.ci/ | χώρος (κτίριο ή μέρος κτιρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, όπως εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν… |
| 369 | πόση | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈpo.si/ | η ενέργεια του ρήματος πίνω. |
| 370 | νίκη | Ουσιαστικό | /ˈni.ci/ | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα. |
| 371 | σπουδαίο | Επίθετο | /spuˈðe.o/ | σπουδαίος, στην αιτιατική του ενικού. |
| 372 | βγείτε | Ρήμα | θα βγείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω. | |
| 373 | οδό | Ουσιαστικό | /oˈðo/ | accusative singular of οδός (odós). |
| 374 | κηδεία | Ουσιαστικό | /ci.ˈðia/ | η θρησκευτική ή πολιτική τελετή που συνοδεύει την ταφή ενός νεκρού. |
| 375 | κούκλα | Ουσιαστικό | /ˈkukla/ | τρόπος συσκευασίας νήματος για πλέξιμο ή ύφανση, είδος μακρόστενου κουβαριού τυλιγμένου σε μηχανή. |
| 376 | θείε | Ουσιαστικό, Επίθετο | vocative singular of θείος (theíos). | |
| 377 | κατάφερα | Ρήμα | /kaˈta.fe.ɾa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω. |
| 378 | μετρητά | Ουσιαστικό, Επίθετο | τα ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα μιας οικονομικής μονάδας. | |
| 379 | μεγάλες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μεγάλος. | |
| 380 | αδύνατο | Επίθετο | /aˈði.na.to/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδύνατος. |
| 381 | ήσυχη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήσυχος. | |
| 382 | ποτάμι | Ουσιαστικό | /poˈta.mi/ | υποδηλώνει ότι ρέει μεγάλη ποσότητα από κάποιο υγρό. |
| 383 | όποιον | Αντωνυμία | /ˈo.pçon/ | accusative masculine singular of όποιος (ópoios). |
| 384 | γράψω | Ρήμα | /ˈɣɾa.pso/ | α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου (έγραψα) του γράφω. |
| 385 | πελάτης | Ουσιαστικό | /peˈla.tis/ | πρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που επικοινωνεί με έναν εξυπηρετητή (server), για ν… |
| 386 | ωραίος | Επίθετο | /oˈɾe.os/ | που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες. |
| 387 | γειτονιά | Ουσιαστικό | /ʝi.toˈɲa/ | κατάσταση ή σχέση που συνδέει όμορες περιοχές, πρόσωπα ή κράτη, ιδίως όταν χαρακτηρίζεται από ειρηνική ή συνεργατική συν… |
| 388 | προσεκτικά | Επίθετο, Επίρρημα | /pɾo.se.ktiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεκτικό. |
| 389 | ελέγχου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του έλεγχος. | |
| 390 | μαθήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάθημα. | |
| 391 | παγίδα | Ουσιαστικό | /paˈʝi.ða/ | συσκευή που χρησιμεύει στη σύλληψη (και ενίοτε τη θανάτωση) ζώων, κρατώντας τα σε ένα κελλί ή συγκρατώντας μέρος του σώμ… |
| 392 | καταφέρεις | Ρήμα | θα καταφέρεις: β' ενικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω. | |
| 393 | ζητάς | Ουσιαστικό | αστυνομικός της Ομάδας Ζήτα. | |
| 394 | έξυπνη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξυπνος. | |
| 395 | Ανέτα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με άνεση, αναπαυτικά, βολικά. | |
| 396 | πιάσω | Ρήμα | θα πιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω. | |
| 397 | κάνα | Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Φράση | /ˈka.na/ | άλλη μορφή του κανένα· ονομαστική και αιτιατική, ουδέτερου γένους του κανείς. |
| 398 | Σκληρή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /skliˈri/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρός. |
| 399 | γης | Ουσιαστικό | /ʝis/ | γενική ενικού του γη. |
| 400 | πατρίδα | Ουσιαστικό | /paˈtriða/ | η χώρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος ή από την οποία κατάγεται ο ίδιος και η οικογένειά του. |
| 401 | δρόμος | Ουσιαστικό | /ˈðɾo.mos/ | λωρίδα εδάφους που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία δυο γεωγραφικών σημείων. |
| 402 | παίρνουν | Ρήμα | ||
| 403 | θαύμα | Ουσιαστικό | /ˈθavma/ | ένα παράξενο και απρόσμενο γεγονός στο οποίο αποδίδεται μια θετική θεϊκή επέμβαση. |
| 404 | αγαπημένη | Ουσιαστικό, Ρήμα | /aɣapiˈmeni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπημένος. |
| 405 | φόβο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του φόβος. | |
| 406 | οποίος | Αντωνυμία | /ˈo.pços/ | δηλώνει αόριστα κάθε μεμονωμένο μέλος του συνόλου στο οποίο αναφέρεται ο ομιλητής· εισάγει προτάσεις που έχουν και υποθε… |
| 407 | αρχές | Ουσιαστικό | ένα από τα τάγματα των αγγέλων, άγγελος της πρώτης ταξιαρχίας της τρίτης τάξης (κατά τον ψευδο-Διονύσιο Αεροπαγίτη). | |
| 408 | ξύλο | Ουσιαστικό | /ˈksilo/ | η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για τ… |
| 409 | ταυτότητα | Ουσιαστικό | /tafˈto.ti.ta/ | το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας: έγγραφο που εκδίδεται από τις αστυνομικές αρχές και χρησιμοποιείται από τον πολίτη για… |
| 410 | δοκίμασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 411 | δικές | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative feminine plural of δικός (dikós). | |
| 412 | νομίζουν | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω. | |
| 413 | μπίλι | Ουσιαστικό | /ˈbi.li/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 414 | τριγύρω | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /tɾiˈʝi.ɾo/ | προς ή σε όλες τις κατευθύνσεις. |
| 415 | πιάσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 416 | έκρηξη | Ουσιαστικό | /ˈekɾiksi/ | η απότομη μεταβολή. |
| 417 | πέτα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτο. | |
| 418 | φιλαράκο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του φιλαράκος. | |
| 419 | χρησιμοποιεί | Ρήμα | /xɾi.si.mo.piˈi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ. |
| 420 | πλήρη | Επίθετο | /ˈpli.ɾi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλήρης. |
| 421 | παντρευτώ | Ρήμα | θα παντρευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι. | |
| 422 | σκότωσαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω. | |
| 423 | Σπουδαία | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | με σπουδαίο τρόπο, με σπουδαιότητα. | |
| 424 | διάλειμμα | Ουσιαστικό | /ðiˈalima/ | το μικρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο σταματά μια δραστηριότητα, συνήθως για να ξεκουραστούν οι συμμετέχοντες. |
| 425 | Περήφανος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /peˈrifanos/ | που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι τω… |
| 426 | φύγουν | Ρήμα | θα φύγουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω. | |
| 427 | φτιάξει | Ρήμα | θα φτιάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω. | |
| 428 | αγοράσω | Ρήμα | θα αγοράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω. | |
| 429 | σκυλιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλί. | |
| 430 | αγγλικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /aŋ.ɡliˈka/ | η αγγλική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών. |
| 431 | πόρνη | Ουσιαστικό | /ˈpoɾ.ni/ | η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής. |
| 432 | μπαίνει | Ρήμα | ||
| 433 | διάβολο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του διάβολος. | |
| 434 | αυτών | Αντωνυμία, Άρθρο | /aˈfton/ | genitive masculine/feminine/neuter plural of αυτός (aftós). |
| 435 | φοράει | Ρήμα | /foˈɾa.i/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φοράω. |
| 436 | διάφορα | Επίθετο | /ˈðʝa.fo.ɾa/ | nominative/accusative/vocative neuter plural of διάφορος (diáforos). |
| 437 | βλέπουν | Ρήμα | /ˈvle.pun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω. |
| 438 | λογική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lo.ʝiˈci/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικός. |
| 439 | έφυγες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω. | |
| 440 | γενέθλια | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ʝeˈne.θli.a/ | η επέτειος της γέννησης κάποιου, σύμφωνα με την ημερομηνία, και η γιορτή της. |
| 441 | επιτρέπεται | Ρήμα | /e.piˈtɾe.pe.te/ | με ερωτηματικό χρησιμοποιείται για να ζητήσει την άδεια. |
| 442 | ουίσκι | Ουσιαστικό | /uˈi.sci/ | οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται με απόσταξη από καρπούς δημητριακών· έχει καστανό χρώμα και μεγάλη περιεκτικότητα σε… |
| 443 | ελεύθερο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /eˈle.fθe.ɾo/ | η άδεια, η συγκατάθεση. |
| 444 | ξέχασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ. | |
| 445 | ζήσεις | Ρήμα | /ˈzi.sis/ | θα ζήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω. |
| 446 | ένιωσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω. | |
| 447 | ελήφθη | Ρήμα | /eˈli.fθi/ | |
| 448 | μάθουν | Ρήμα | θα μάθουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω. | |
| 449 | βιάσου | Ρήμα | ||
| 450 | αποφάσισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω. | |
| 451 | χρησιμοποιήσω | Ρήμα | /xɾi.si.mo.piˈi.so/ | θα χρησιμοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ. |
| 452 | άλλου | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈa.lu/ | genitive masculine singular of άλλος (állos). |
| 453 | βάζει | Ρήμα | /ˈva.zi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω. |
| 454 | έστειλα | Ρήμα | /ˈe.sti.la/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω. |
| 455 | λίμνη | Ουσιαστικό | /ˈli.mni/ | μικρή ή μεγαλύτερη σε έκταση εδαφική κοιλότητα, που είναι γεμάτη με γλυκό νερό. |
| 456 | κοιμηθείς | Ρήμα | /ci.miˈθis/ | θα κοιμηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι. |
| 457 | πιούμε | Ρήμα | θα πιούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω. | |
| 458 | δωρεάν | Επίρρημα | χωρίς να απαιτείται η καταβολή χρημάτων ή οποιουδήποτε τιμήματος. | |
| 459 | σχολή | Ουσιαστικό | /sxoˈli/ | ※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό… |
| 460 | ζεστό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ζεστός. | |
| 461 | ομάδας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ομάδα. | |
| 462 | πελάτη | Ουσιαστικό | /peˈla.ti/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πελάτης. |
| 463 | δυνατός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ði.naˈtos/ | αυτός που ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και των πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων ^((Χρ… |
| 464 | σχέσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχέση. | |
| 465 | παντρευτεί | Ρήμα | θα παντρευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι. | |
| 466 | ποτήρι | Ουσιαστικό | /poˈti.ɾi/ | δοχείο, συχνά γυάλινο, που χωράει στο χέρι και από το οποίο πίνει κανείς χυμό, κρασί ή άλλα υγρά. |
| 467 | αξία | Ουσιαστικό | /aˈksi.a/ | πολύτιμο πνευματικό (κυρίως) ή άλλο αγαθό που λειτουργεί ως καθοδηγητικός παράγοντας στη ζωή ενός ανθρώπου ή αναγνωρίζετ… |
| 468 | καταφέρει | Ρήμα | θα καταφέρει: γ' ενικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω. | |
| 469 | όμορφος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈo.moɾ.fos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 470 | ποτά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτό. | |
| 471 | επιστρέψεις | Ρήμα | θα επιστρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 472 | πρόεδρο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πρόεδρος. | |
| 473 | ναρκωτικών | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική πληθυντικού του ναρκωτικός. | |
| 474 | άσχημη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσχημος. | |
| 475 | συ | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | προσωπική αντωνυμία, δεύτερο πρόσωπο του ενικού (αριθμού). | |
| 476 | τυχερή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχερός. | |
| 477 | αφήσετε | Ρήμα | θα αφήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω. | |
| 478 | κορυφή | Ουσιαστικό | /ko.ɾiˈfi/ | το σημείο τομής δύο πλευρών πολύπλευρου επίπεδου σχήματος ή τουλάχιστον τριών πλευρών ενός πολυγώνου. |
| 479 | φήμη | Ουσιαστικό | /ˈfi.mi/ | η φήμη του αρχιερέως, απαγγελία του ονόματος και του εκκλησιαστικού τίτλου, που φέρει ένας αρχιερέας, όταν αυτός προΐστα… |
| 480 | καταστρέψει | Ρήμα | θα καταστρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω. | |
| 481 | σκέψεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέψη. | |
| 482 | πόρτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτα. | |
| 483 | παντρευτείς | Ρήμα | θα παντρευτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι. | |
| 484 | χάνεις | Ρήμα | ||
| 485 | απασχολημένος | Ρήμα | /a.pa.sxo.liˈme.nos/ | |
| 486 | φιλί | Ουσιαστικό | /fiˈli/ | η επαφή των χειλιών στα χείλη, στο χέρι, στο μάγουλο ή άλλο μέρος του σώματος κάποιου (προσώπου ή πράγματος) ως ένδειξη… |
| 487 | πράξη | Ουσιαστικό | /ˈpɾa.ksi/ | η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτ… |
| 488 | μπείτε | Ρήμα | /ˈbi.te/ | θα μπείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω. |
| 489 | πέρασες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ. | |
| 490 | αστυνομικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αστυνομικός. | |
| 491 | σερ | Ουσιαστικό | /seɾ/ | χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (γράφεται και με κεφαλαίο - Σερ). |
| 492 | συνεχίστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω. | |
| 493 | καταφέρω | Ρήμα | /ka.taˈfe.ɾo/ | θα καταφέρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρνω. |
| 494 | εμπιστεύομαι | Ρήμα | /em.biˈste.vo.me/ | αφήνω κάτι στη φύλαξη κάποιου στον οποίο έχω εμπιστοσύνη. |
| 495 | λογικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /lo.ʝiˈko/ | αυτό που συμβιβάζει με την λογική, με την ορθή κρίση. |
| 496 | παππούς | Ουσιαστικό | /paˈpus/ | το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών). |
| 497 | αναρωτιόμουν | Ρήμα | /a.na.ɾoˈtço.mun/ | |
| 498 | πτώματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτώμα. | |
| 499 | περίεργα | Επίθετο, Επίρρημα | με περίεργο τρόπο. | |
| 500 | απάντησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ. | |
| 501 | τέρμα | Ουσιαστικό | /ˈteɾ.ma/ | χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κατακόρυφα δοκάρια (σε μερικά αθλήματα, δύο κατακόρυφα και ένα οριζόντιο), μέσα από τ… |
| 502 | καταφέρουμε | Ρήμα | θα καταφέρουμε: α' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω. | |
| 503 | κρατήσουμε | Ρήμα | θα κρατήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ. | |
| 504 | Ζουν | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈzun/ | |
| 505 | διαφορετική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφορετικός. | |
| 506 | τρως | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα τρως: β' ενικό εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος τρώω. | |
| 507 | ήσυχα | Επίθετο, Επίρρημα | με ησυχία, χωρίς θόρυβο. | |
| 508 | διάθεση | Ουσιαστικό | ιδιότητα του ρήματος, η οποία αφορά τη σχέση της ενέργειας που αυτο εκφράζει προς το υποκείμενο και η οποία είναι ανεξάρ… | |
| 509 | περί | Ουσιαστικό, Πρόθεση | /peˈɾi/ | σχετικά με κάτι ή κάποιον. |
| 510 | ξαναδώ | Ρήμα | /ksa.naˈdo/ | |
| 511 | απόσταση | Ουσιαστικό | /aˈpo.sta.si/ | αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε… |
| 512 | πόσοι | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative/vocative masculine plural of πόσος (pósos). | |
| 513 | δείξει | Ρήμα | θα δείξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω. | |
| 514 | βλάκας | Ουσιαστικό | /ˈvla.kas/ | αυτός που έχει χαμηλή νοημοσύνη ή που συμπεριφέρεται χωρίς σκέψη. |
| 515 | κουνηθείτε | Ρήμα | /ku.niˈθi.te/ | θα κουνηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι. |
| 516 | στείλει | Ρήμα | θα στείλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω. | |
| 517 | τόπο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του τόπος. | |
| 518 | ανοησίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοησία. | |
| 519 | γεμάτη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεμάτος. | |
| 520 | βρεθεί | Ρήμα | θα βρεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι. | |
| 521 | ντροπή | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /dɾoˈpi/ | το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι. |
| 522 | γεγονότα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεγονός. | |
| 523 | ένταλμα | Ουσιαστικό | /ˈɛn.dal.ma/ | επίσημη εντολή, με την οποία διατάζεται η εκτέλεση κάποιας πράξης. |
| 524 | χάπια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάπι. | |
| 525 | έσπασε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω. | |
| 526 | στρατός | Ουσιαστικό | /stɾaˈtos/ | μόνο οι ένοπλες δυνάμεις ξηράς (πεζικό, πυροβολικό, τεθωρακισμένα - ιππικό), σε αντιδιαστολή με το πολεμικό ναυτικό και… |
| 527 | μπόρεσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ. | |
| 528 | ξεχάσει | Ρήμα | θα ξεχάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ. | |
| 529 | μπελάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελάς. | |
| 530 | καταπληκτικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καταπληκτικός. | |
| 531 | έκλεισε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω. | |
| 532 | σκέφτηκες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι. | |
| 533 | ληστεία | Ουσιαστικό | /liˈsti.a/ | η παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμί… |
| 534 | προηγούμενη | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /pro.i.ˈɣu.me.ni/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of προηγούμενος (proïgoúmenos). |
| 535 | θυμωμένος | Ρήμα | /θi.moˈme.nos/ | που έχει θυμώσει, που διακατέχεται από θυμό, οργή. |
| 536 | δικαιοσύνη | Ουσιαστικό | /ði.ce.oˈsi.ni/ | το σύστημα νόμων με το οποίο ένα κράτος και οι ανάλογοι θεσμοί και λειτουργοί εφαρμόζουν το Δίκαιο. |
| 537 | μπάτσοι | Ουσιαστικό | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάτσος. | |
| 538 | άρρωστη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρρωστος. | |
| 539 | ευγενικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευγενικός. | |
| 540 | εντολές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντολή. | |
| 541 | έφτιαξα | Ρήμα | /ˈe.ftça.ksa/ | α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος φτιάχνω. |
| 542 | νόμος | Ουσιαστικό | /ˈno.mos/ | γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των… |
| 543 | αλ | Ουσιαστικό | ||
| 544 | γέρο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γερός. | |
| 545 | σκύλος | Ουσιαστικό | /ˈsci.los/ | σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες. |
| 546 | μοναδική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναδικός. | |
| 547 | ξεκινήσει | Ρήμα | θα ξεκινήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ. | |
| 548 | αποτυπώματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτύπωμα. | |
| 549 | βλακείες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλακεία. | |
| 550 | άλλων | Επίθετο, Αντωνυμία | /ˈa.lon/ | genitive masculine/feminine/neuter plural of άλλος (állos). |
| 551 | εξαιρετικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /e.kse.ɾe.tiˈka/ | (Ουσιαστικό). |
| 552 | βαν | Ουσιαστικό | /van/ | όχημα κλειστού τύπου και μεσαίου μεγέθους, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά εμπορευμάτων, εξοπλισμού ή μικρού αρι… |
| 553 | πιες | Ρήμα | /ˈpçes/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πίνω. |
| 554 | γυαλιά | Ουσιαστικό | /ʝaˈʎa/ | ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά… |
| 555 | χμ | Επιφώνημα | /hm/ | αβεβαιότητας, αμφιβολίας, απορίας, διαδικασία ή κατάσταση περίσκεψης ή συλλογισμού. |
| 556 | πουν | Ρήμα | θα πουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω. | |
| 557 | αστυνομίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του αστυνομία. | |
| 558 | προσωπική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωπικός. | |
| 559 | αγαπητέ | Επίθετο | κλητική ενικού του αγαπητός. | |
| 560 | εμφανίστηκε | Ρήμα | /eɱ.faˈni.sti.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι. |
| 561 | ανοίξτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω. | |
| 562 | αντέχω | Ρήμα | /anˈde.xo/ | έχω (ή συνεχίζω να έχω) αντοχή κι ανθεκτικότητα σε κάτι, διατηρώντας τα βασικά μου χαρακτηριστικά. |
| 563 | ελέγξω | Ρήμα | θα ελέγξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω. | |
| 564 | εννοείτε | Ρήμα | /e.noˈi.te/ | |
| 565 | Ρώτα | Ουσιαστικό, Ρήμα | ||
| 566 | μπάτσος | Ουσιαστικό | /ˈba.t͡sos/ | ένα δυνατό χτύπημα με την παλάμη, το χαστούκι, το ράπισμα. |
| 567 | ήλιος | Ουσιαστικό | /ˈi.ʎos/ | ο μέσος αστέρας που συνιστά το κέντρο του Ηλιακού Συστήματος και είναι το πλησιέστερο άστρο στην Γη, στην οποία παρέχει… |
| 568 | ιατρική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατρικός. | |
| 569 | υπομονή | Ουσιαστικό | /ipomoˈni/ | η ικανότητα του να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη πριν ενεργήσει. |
| 570 | δολοφονήθηκε | Ρήμα | /ðo.lo.foˈni.θi.ce/ | |
| 571 | ανοίξω | Ρήμα | θα ανοίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω. | |
| 572 | ζούμε | Ρήμα | ||
| 573 | φοβερή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβερός. | |
| 574 | τρόπους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του τρόπος. | |
| 575 | αρκετή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρκετός. | |
| 576 | προηγούμενα | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα | /pro.i.ˈɣu.me.na/ | προηγουμένως. |
| 577 | ήλιο | Ουσιαστικό | /[ˈilio]/ | αδρανές, μονοατομικό αέριο, χωρίς χρώμα, γεύση και οσμή. Στην ατμόσφαιρα βρίσκεται ελεύθερο σε μικρές ποσότητες και αντι… |
| 578 | πλάσμα | Ουσιαστικό | /ˈpla.zma/ | ιονιμένα ή καιόμενα αέρια. |
| 579 | Δευτέρα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ðeˈfte.ɾa/ | η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας, μετά την Κυριακή και πριν την Τρίτη. |
| 580 | μάρτυρας | Ουσιαστικό | /ˈmaɾ.ti.ɾas/ | που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα. |
| 581 | δίνουν | Ρήμα | /ˈði.nun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δίνω. |
| 582 | νοσοκόμα | Ουσιαστικό | /no.soˈko.ma/ | θηλυκό του νοσοκόμος. |
| 583 | αναμνήσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμνηση. | |
| 584 | ζώο | Ουσιαστικό | /ˈzo.o/ | κάθε έμβιο ον, εκτός από τα φυτά, κάθε οργανισμός με την ικανότητα της κίνησης και της συναίσθησης· Λέγεται κυρίως για θ… |
| 585 | φάκελο | Ουσιαστικό | ο χάρτινος φάκελος. | |
| 586 | πληρώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήρωση. | |
| 587 | σώσεις | Ρήμα | /ˈso.sis/ | θα σώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω. |
| 588 | μάρτυρες | Ουσιαστικό | /ˈmaɾ.ti.ɾes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρτυρας. |
| 589 | ζημιά | Ουσιαστικό | /ziˈmɲa/ | το έλλειμμα που παρουσιάζεται σε μία οικονομική οντότητα όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα. |
| 590 | πέταξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετώ. | |
| 591 | χάθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι. | |
| 592 | βέβαιος | Επίθετο | /ˈveveos/ | που δεν έχει αμφιβολίες για ένα θέμα, που δεν αμφισβητεί τις πληροφορίες ή την άποψή του. |
| 593 | ήλπιζα | Ρήμα | /ˈil.pi.za/ | |
| 594 | παντελόνι | Ουσιαστικό | /pan.deˈlo.ni/ | κάθε εξωτερικό ρούχο που καλύπτει χωριστά το κάθε πόδι (περισκελίδα). |
| 595 | βία | Ουσιαστικό | /ˈvi.a/ | ενέργεια που προκαλεί καταστροφή. |
| 596 | είκοσι | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈi.ko.si/ | το απόλυτο αριθμητικό (20) που ακολουθεί το δεκαεννιά (19) και προηγείται του είκοσι ένα (21), με τα σύμβολα του ελληνικ… |
| 597 | αρχίσω | Ρήμα | θα αρχίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω. | |
| 598 | προσέχω | Ρήμα | /pɾoˈse.xo/ | παρακολουθώ ή σκέπτομαι κάτι ή κάποιον δείχνοντας ενδιαφέρον. |
| 599 | τρίτο | Ουσιαστικό, Επίθετο | κάθε ένα από τα τρία ίσα μέρη ενός συνόλου. | |
| 600 | επείγον | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /eˈpiɣon/ | nominative neuter singular of επείγων (epeígon). |
| 601 | τύπους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του τύπος. | |
| 602 | κανονικά | Επίθετο, Επίρρημα | /ka.no.niˈka/ | σε ικανοποιητικό βαθμό, καλά, πλήρως. |
| 603 | μίλησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ. | |
| 604 | στρατηγέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του στρατηγός. | |
| 605 | έφυγαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω. | |
| 606 | ανοίξει | Ρήμα | θα ανοίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω. | |
| 607 | κολέγιο | Ουσιαστικό | /koˈle.ʝi.o/ | εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις αγγλοσαξονικές χώρες. |
| 608 | είσαστε | Ρήμα | /ˈisaste/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι. |
| 609 | ακίνητος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈci.ni.tos/ | σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια). |
| 610 | γίνουμε | Ρήμα | θα γίνουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι. | |
| 611 | τράβα | Ουσιαστικό, Ρήμα | υποστήριγμα - δοκός στέγης, τεγίδα. | |
| 612 | αγόρασα | Ρήμα | /aˈɣo.ɾa.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω. |
| 613 | κιλά | Ουσιαστικό | μικρή βραχονησίδα της Κύπρου, νότια της Γαληνόπορνης στη χερσόνησο της Καρπασίας. | |
| 614 | αγόρασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω. | |
| 615 | έξης | Ουσιαστικό, Επίρρημα | ως εξής: έτσι όπως αναφέρεται στη συνέχεια, ως ακολούθως. | |
| 616 | βάρκα | Ουσιαστικό | /ˈvaɾ.ka/ | μικρό θαλάσσιο σκάφος, ξύλινο, μεταλλικό, ή πλαστικό, με κοίλη κατασκευή που κινείται με κουπιά, ή πανιά (ιστία) ή με φε… |
| 617 | συνεχίσεις | Ρήμα | /si.neˈçi.sis/ | θα συνεχίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω. |
| 618 | αιτία | Ουσιαστικό | /eˈtia/ | με την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας. |
| 619 | περιουσία | Ουσιαστικό | ο πλούτος σε κινητά και ακίνητα αγαθά που κατέχει κάποιος. | |
| 620 | ένοχος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈe.no.xos/ | που προκαλεί σε κάποιον συναισθήματα ενοχής ή μπορεί να τον καταδικάσει στη συνείδηση των άλλων, ντροπιαστικός. |
| 621 | οικογένειας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του οικογένεια. | |
| 622 | ασθενείς | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενής. | |
| 623 | πληροφορία | Ουσιαστικό | /pli.ɾo.foˈɾi.a/ | ποσότητα ενέργειας, πυκνή πληροφοριακά κυματοσυνάρτηση δύναται να προκαλέσει περισσότερες αλλαγές κατάστασης καθώς εντρο… |
| 624 | κοιτάξω | Ρήμα | θα κοιτάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω. | |
| 625 | σύμπαν | Ουσιαστικό | /ˈsim.ban/ | ολόκληρος ο κόσμος, το διάστημα και τα ουράνια σώματα. |
| 626 | ασθενής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.sθeˈnis/ | για μία από τις τέσσερις κύριες δυνάμεις ή αλληλεπιδράσεις σε υποατομικό επίπεδο. |
| 627 | καθηγητής | Ουσιαστικό | /ka.θi.ʝiˈtis/ | ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδ… |
| 628 | θυμίζει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θυμίζω. | |
| 629 | ταλέντο | Ουσιαστικό | /taˈlendo/ | το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συ… |
| 630 | αδελφέ | Ουσιαστικό, Επίθετο | κλητική ενικού του αδελφός. | |
| 631 | έσωσε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω. | |
| 632 | πολύς | Ουσιαστικό, Επίθετο | /poˈlis/ | που είναι σε μεγάλη ποσότητα. |
| 633 | ζήτησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ. | |
| 634 | αναφέρω | Ρήμα | /a.naˈfe.ɾo/ | ανακοινώνω γραπτά ή προφορικά κάτι σε ανώτερό μου σχετικά με εργασία, υπηρεσία ή ευθύνη που έχω αναλάβει. |
| 635 | εκπομπή | Ουσιαστικό | /ek.pomˈbi/ | η παραγωγή, απελευθέρωση και διάχυση στον περιβάλλοντα χώρο σωματιδίων, ρύπων, ενέργειας, ακτινοβολίας κ.ά. |
| 636 | πιάσουν | Ρήμα | θα πιάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω. | |
| 637 | τόσες | Επίθετο, Αντωνυμία | nominative/accusative feminine plural of τόσος (tósos). | |
| 638 | όρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όριο. | |
| 639 | σπαθί | Ουσιαστικό | /spaˈθi/ | όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή. |
| 640 | γω | Ουσιαστικό | άλλη μορφή του εγώ. | |
| 641 | συμβόλαιο | Ουσιαστικό | /siɱˈvo.le.o/ | η γραπτή συμφωνία με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις το ένα απέναντι στο άλλο. |
| 642 | απαραίτητο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απαραίτητος. | |
| 643 | κήπο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του κήπος. | |
| 644 | συσκευή | Ουσιαστικό | /sis.ceˈvi/ | device: είναι ηλεκτρονική κατασκευή, που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) και την κεντ… |
| 645 | περισσότερη | Επίθετο | nominative/accusative/vocative feminine singular of περισσότερος (perissóteros). | |
| 646 | δουλέψω | Ρήμα | θα δουλέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω. | |
| 647 | ακούσατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω. | |
| 648 | μιλάνε | Ρήμα | ||
| 649 | όσοι | Αντωνυμία | /ˈo.si/ | ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όσος. |
| 650 | τρέλα | Ουσιαστικό | /ˈtɾe.la/ | παθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου. |
| 651 | παράτα | Ουσιαστικό, Ρήμα | /paˈɾa.ta/ | υπερβολικά θεαματική εκδήλωση που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό. |
| 652 | οδηγήσει | Ρήμα | θα οδηγήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος οδηγώ. | |
| 653 | ασθενοφόρο | Ουσιαστικό | /a.sθe.noˈfo.ɾo/ | το όχημα για μεταφορά ασθενών στο νοσοκομείο. |
| 654 | ασφαλείς | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλής. | |
| 655 | επόμενος | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /eˈpomenos/ | next, following. |
| 656 | πακέτο | Ουσιαστικό | /paˈceto/ | package: λογισμικό (software) που έχει προετοιμαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να εγκατασταθεί με έναν διαχειριστή… |
| 657 | μυρωδιά | Ουσιαστικό | /miɾoˈðʝa/ | ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεσ… |
| 658 | αρκετές | Επίθετο | /aɾ.ceˈtes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκετή. |
| 659 | πέτρα | Ουσιαστικό | /ˈpe.tɾa/ | γνωστή αρχαία πόλη της Ιορδανίας σκαλισμένη στο βράχο, αρχαιολογικός χώρος και σημαντικός τουριστικός προορισμός. |
| 660 | ρώτησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρωτώ. | |
| 661 | επιστροφή | Ουσιαστικό | /e.pi.stɾoˈfi/ | το να δίνω κάτι πίσω από κει ή αυτόν που το πήρα. |
| 662 | υπόγειο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[iˈpoʝio]/ | o όροφος κτίσματος ο οποίος βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους. |
| 663 | μηνύματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνυμα. | |
| 664 | παντρεμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /pan.dɾeˈme.nos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 665 | στείλε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω. | |
| 666 | πέθαναν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω. | |
| 667 | θείο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈθi.o/ | αμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 16 και χημικό σύμβολο S. |
| 668 | όροφο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του όροφος. | |
| 669 | άυλη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈvli/ | το σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα. |
| 670 | οποιονδήποτε | Αντωνυμία | αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οποιοσδήποτε. | |
| 671 | άρχισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω. | |
| 672 | είδαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω. | |
| 673 | χάσουμε | Ρήμα | θα χάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω. | |
| 674 | γιου | Ουσιαστικό | /ˈʝu/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 675 | πέρασαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ. | |
| 676 | τομέα | Ουσιαστικό | /toˈme.a/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τομέας. |
| 677 | σπάσει | Ρήμα | θα σπάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω. | |
| 678 | οδηγός | Ουσιαστικό | /o.ðiˈɣos/ | κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο κλπ που περιέχει αναλυτικές πληροφορίες, συμβουλές, υποδείξεις, οδηγίες σχετικά με ένα θέμα. |
| 679 | επιστρέψουμε | Ρήμα | θα επιστρέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω. | |
| 680 | εξουσία | Ουσιαστικό | /e.ksuˈsi.a/ | η δυνατότητα, με βάση την ισχύ, τον νόμο, που έχει κάποιος να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλους. |
| 681 | τέχνη | Ουσιαστικό | /ˈte.xni/ | επάγγελμα ή άλλη ενασχόληση που απαιτεί επιδεξιότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας. |
| 682 | ψάρι | Ουσιαστικό | /ˈpsa.ɾi/ | το υδρόβιο σπονδυλωτό ζώο, που συνήθως αναπνέει με βράγχια, καλύπτεται από λέπια και είναι ωοτόκο. |
| 683 | έβγαλε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω. | |
| 684 | βαρέθηκα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι. | |
| 685 | μορφή | Ουσιαστικό | /moɾˈfi/ | τα στοιχεία που συνθέτουν την εξωτερική όψη ενός κειμένου, σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο. |
| 686 | πεθάνουν | Ρήμα | θα πεθάνουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω. | |
| 687 | δείγμα | Ουσιαστικό | /ˈðiɣ.ma/ | μικρή ποσότητα ή μέρος συνόλου με τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά του για να εξεταστεί ώστε να εξαχθεί ένα συμπέρασμα… |
| 688 | βοηθήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ. | |
| 689 | μάθετε | Ρήμα | θα μάθετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω. | |
| 690 | ευχή | Ουσιαστικό | /efˈçi/ | η προφορική έκφραση της επιθυμίας και της ελπίδας για κάτι που θέλουμε να συμβεί στο μέλλον. |
| 691 | δράση | Ουσιαστικό | /ˈðɾa.si/ | η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο. |
| 692 | Μπήκα | Ουσιαστικό, Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω. | |
| 693 | αληθινά | Επίθετο, Επίρρημα | /a.li.θiˈna/ | στ' αλήθεια, πραγματικά, όντως, δεν είναι ψέματα,πράγματι. |
| 694 | υγεία | Ουσιαστικό | /iˈʝi.a/ | η καλή κατάσταση και φυσιολογική λειτουργία ενός οργανισμού, η απουσία αρρώστιας. |
| 695 | διευθυντή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διευθυντής. | |
| 696 | ειδήσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδηση. | |
| 697 | φίλες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλη. | |
| 698 | ανθρώπου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του άνθρωπος. | |
| 699 | μπορέσουμε | Ρήμα | θα μπορέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ. | |
| 700 | μεθυσμένος | Ρήμα | /me.θiˈzme.nos/ | που έχει μεθύσει, που βρίσκεται σε κατάσταση μέθης. |
| 701 | μωρά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρό. | |
| 702 | έως | Πρόθεση | /ˈeos/ | μέχρι να συμπληρωθεί ένα χρονικό διάστημα, πριν μια ορισμένη χρονική στιγμή. |
| 703 | άρθρο | Ουσιαστικό | /ˈaɾ.θɾo/ | κείμενο σε εφημερίδα που περιέχει κριτική και προσωπικές θέσεις, σε αντιδιαστολή προς το ρεπορτάζ που κανονικά αποτελεί… |
| 704 | δικαστής | Ουσιαστικό | /ði.kaˈstis/ | που δικάζει, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης. |
| 705 | παρουσία | Ουσιαστικό, Φράση | /pa.ɾuˈsi.a/ | το να βρίσκεται κάποιος κάπου, να είναι παρών. |
| 706 | χαζό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαζός. | |
| 707 | αποφάσισε | Ρήμα | /a.poˈfa.si.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω. |
| 708 | Σκληρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /skliˈɾos/ | συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία. |
| 709 | πεινάω | Ρήμα | /piˈna.o/ | → βλέπε πεινώ. |
| 710 | γλυκά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /ɣliˈka/ | με γλυκό τρόπο. |
| 711 | καταφέραμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω. | |
| 712 | φύγαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω. | |
| 713 | κράτησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ. | |
| 714 | οδηγίες | Ουσιαστικό | σημαντική πληροφορία για την λειτουργία ενός αντικειμενου. | |
| 715 | κακά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /kaˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακό, ουδέτερο του κακός. |
| 716 | σκέφτεται | Ρήμα | /ˈsce.fte.te/ | |
| 717 | όρεξη | Ουσιαστικό | /ˈoɾeksi/ | η επιθυμία να κάνει κάτι ή να ασχοληθεί με κάτι κανείς. |
| 718 | αρχικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /arçiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχικό. |
| 719 | κοιμάσαι | Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κοιμάμαι. | |
| 720 | μοναδικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μοναδικός. | |
| 721 | ευτυχισμένος | Ρήμα, Επίθετο | /ef.ti.çizˈme.nos/ | happy (characterised by, feeling or showing happiness). |
| 722 | άξιζε | Ρήμα | ||
| 723 | ανθρώπινο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανθρωπινός. | |
| 724 | εντύπωση | Ουσιαστικό | /enˈdiposi/ | η (κάπως αβέβαιη, ατεκμηρίωτη και ανολοκλήρωτη) ιδέα ή γνώμη που σχηματίζει κάποιος. |
| 725 | κυριακή | Ουσιαστικό, Επίθετο | /cirʝaˈci/ | η πρώτη (ή, κατ' άλλους, η τελευταία) ημέρα της εβδομάδας, μετά το Σάββατο και πριν την Δευτέρα. |
| 726 | διαβάσει | Ρήμα | θα διαβάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαβάζω. | |
| 727 | έδωσαν | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω. | |
| 728 | προάλλες | Ουσιαστικό | στην έκφραση: τις προάλλες, τις προηγούμενες ημέρες. | |
| 729 | πετύχει | Ρήμα | θα πετύχει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω. | |
| 730 | διάολε | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | κλητική ενικού του διάολος ^(.) χρησιμοποιείται συνήθως ως επιφώνημα και δηλώνει εκνευρισμό ή αγανάκτηση κλπ. | |
| 731 | ομορφιά | Ουσιαστικό | /o.moɾˈfça/ | η ωραιότητα της μορφής, η ιδιότητα ενός ανθρώπου ή αντικειμένου να θέλγει τις αισθήσεις. |
| 732 | εκατομμύριο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /e.ka.toˈmi.ɾi.o/ | χρηματικό ποσό ενός εκατομμυρίου. |
| 733 | στομάχι | Ουσιαστικό | /stoˈma.çi/ | εξωτερικό μέρος του σώματος που αντιστοιχεί στο κάτω μέρος του κορμού και στο στομάχι. |
| 734 | παιδιού | Ουσιαστικό | /peðˈʝu/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 735 | περάσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ. | |
| 736 | φοράω | Ρήμα | /foˈɾa.o/ | έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα. |
| 737 | έγινα | Ρήμα | /ˈeʝina/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι. |
| 738 | εκατοντάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοντάδα. | |
| 739 | εκείνοι | Επίθετο, Αντωνυμία | /eˈci.ni/ | nominative/vocative masculine plural of εκείνος (ekeínos). |
| 740 | επιθυμία | Ουσιαστικό | /e.pi.θiˈmi.a/ | πόθος ενός ατόμου κινητοποιημένος από ανάγκη ή συναίσθημα. |
| 741 | πεθάνουμε | Ρήμα | θα πεθάνουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω. | |
| 742 | έκθεση | Ουσιαστικό | /ˈek.θe.si/ | το να αφήνεις κάτι να δεχτεί την επενέργεια μιας φυσικής δύναμης, να εκτεθεί σε αυτήν. |
| 743 | ευτυχία | Ουσιαστικό | /ef.tiˈçi.a/ | κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων. |
| 744 | υπηρεσίες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρεσία. | |
| 745 | ζέστη | Ουσιαστικό | /ˈze.sti/ | σχετικά υψηλή θερμοκρασία. |
| 746 | φεγγάρι | Ουσιαστικό | /feŋˈɡa.ɾi/ | το ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη. |
| 747 | εφημερίδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφημερίδα. | |
| 748 | διαβάσω | Ρήμα | θα διαβάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαβάζω. | |
| 749 | αυτιά | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 750 | πιθανώς | Επίρρημα | /pi.θaˈnos/ | ενδεχομένως, ίσως. |
| 751 | όλος | Επίθετο | /ˈolos/ | όλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος). |
| 752 | χρωστάω | Ρήμα | /xɾoˈsta.o/ | οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον. |
| 753 | φτιάξουμε | Ρήμα | θα φτιάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω. | |
| 754 | ντον | Ουσιαστικό | ποταμός της Ρωσίας στην Ευρώπη που εκβάλλει στη Αζοφική Θάλασσα. | |
| 755 | δικαστή | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of δικαστής (dikastís). | |
| 756 | χρήμα | Ουσιαστικό | /ˈxri.ma/ | κάποιο αγαθό που είναι μέσο συναλλαγής και πληρωμής. |
| 757 | δόκτωρ | Ουσιαστικό | δόκτορας αρσενικό. | |
| 758 | αρχείο | Ουσιαστικό | /aɾˈçi.o/ | συλλογή αποθηκευμένων ομοειδών πληροφοριών, οι οποίες μπορεί να είναι δεδομένα ή προγράμματα — κάθε αρχείο έχει όνομα, ε… |
| 759 | σωρό | Ουσιαστικό | /soˈɾo/ | αιτιατική ενικού του σωρός. |
| 760 | επιτροπή | Ουσιαστικό | πολυμελές (συνήθως) διοικητικό όργανο που είτε έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες ή συγκροτείται για να μελετήσει κάτι και… | |
| 761 | περίεργη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίεργος. | |
| 762 | συνθήκες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθήκη. | |
| 763 | κρατήστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ. | |
| 764 | φανεί | Ρήμα | θα φανεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαίνομαι. | |
| 765 | έφτιαξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω. | |
| 766 | ομάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομάδα. | |
| 767 | έπαθες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω. | |
| 768 | κυνήγι | Ουσιαστικό | η πανίδα που κυνηγάει κάποιος καθώς και το σκοτωμένο (ή/και μαγειρεμένο) θήραμα. | |
| 769 | συναντήσει | Ρήμα | /si.nanˈdi.si/ | θα συναντήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ. |
| 770 | καθαρή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρός. | |
| 771 | δείξεις | Ρήμα | θα δείξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω. | |
| 772 | κόψω | Ρήμα | θα κόψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω. | |
| 773 | μένουν | Ρήμα | ||
| 774 | μάντεψε | Ρήμα | /ˈman.de.pse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω. |
| 775 | πυρ | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /piɾ/ | εντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω. |
| 776 | μυαλά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλό. | |
| 777 | λοχαγέ | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του λοχαγός. | |
| 778 | πιάνει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πιάνω. | |
| 779 | κουρασμένος | Ρήμα | /ku.raˈzme.nos/ | που διακρίνεται από έλλειψη πρωτοτυπίας, ή φρεσκάδας. |
| 780 | γαμημένη | Ρήμα | /ɣamiˈmeni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμημένος. |
| 781 | θέατρο | Ουσιαστικό | /ˈθe.a.tɾo/ | η δραματική τέχνη στο σύνολό της, η συγγραφή δραματικών έργων που προορίζονται να παρασταθούν ενώπιον κοινού καθώς και τ… |
| 782 | τρώω | Ρήμα | /ˈtɾo.o/ | χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου. |
| 783 | ανυπομονώ | Ρήμα | /a.ni.po.moˈno/ | περιμένω με λαχτάρα κάτι, δεν μπορώ να κάνω υπομονή. |
| 784 | δεκάρα | Ουσιαστικό | /ðeˈka.ɾa/ | κέρμα αξίας δέκα λεπτών νομίσματος (ευρώ, δολλαρίου, δραχμής κτλ.). |
| 785 | πάγο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του πάγος. | |
| 786 | κάθεται | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάθομαι. | |
| 787 | ουσία | Ουσιαστικό | /uˈsi.a/ | οτιδήποτε στοιχειοθετεί τη σταθερή φύση των πραγμάτων, ανεξάρτητα από τις μεταβολές που υφίστανται ή τις πολλαπλές μορφέ… |
| 788 | έπειτα | Επίρρημα | ύστερα από κάποια πράξη ή μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. | |
| 789 | έπαιρνε | Ρήμα | ||
| 790 | αφέντη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφέντης. | |
| 791 | γνωστό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γνωστός. | |
| 792 | διαταγή | Ουσιαστικό | /ði̯a.taˈʝi/ | γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που… |
| 793 | προσφέρω | Ρήμα | /pɾoˈsfe.ɾo/ | μια ιδιότητα κάποιου ή από κάτι που μας την δίνει ή δείχνει και ικανοποιούμαστε από αυτή. |
| 794 | παράδοση | Ουσιαστικό | /paˈɾa.ðo.si/ | τα έθιμα και οι συνήθειες των ανθρώπων, που διατηρούνται από γενιά σε γενιά· οι παγιωμένες συνήθειες ή πρακτικές σε διάφ… |
| 795 | εισιτήρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισιτήριο. | |
| 796 | ερωτευμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.ɾo.tevˈme.nos/ | (Ουσιαστικό). |
| 797 | προκαλεί | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προκαλώ. | |
| 798 | ρεύμα | Ουσιαστικό | /ˈɾev.ma/ | κίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας. |
| 799 | προσπαθήσουμε | Ρήμα | θα προσπαθήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ. | |
| 800 | ανάσα | Ουσιαστικό | /a.ˈna.sa/ | η ξεκούραση, η μικρή ανακούφιση. |
| 801 | σύμφωνοι | Επίθετο, Φράση | /ˈsiɱ.fo.ni/ | συμφωνούμε, έχουμε την ίδια γνώμη, θα γίνει αυτό που αποφασίσαμε. |
| 802 | αντίθετο | Ουσιαστικό, Επίθετο | αυτό που βρίσκεται από την άλλη πλευρά. | |
| 803 | ψωμί | Ουσιαστικό | /psoˈmi/ | είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται στον φούρνο, ο άρτος. |
| 804 | διαδρομή | Ουσιαστικό | path: η ακολουθία των κόμβων (nodes) από όπου διέρχεται ένα πακέτο (packet) στα δίκτυα μεταγωγής για να φθάσει τον κόμβο… | |
| 805 | αναλάβει | Ρήμα | /a.naˈla.vi/ | θα αναλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλαμβάνω. |
| 806 | σάντουιτς | Ουσιαστικό | /[ˈsanduits]/ | γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα κομμάτι από ψ… |
| 807 | πρόσεξε | Ρήμα | /ˈpɾo.se.kse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω. |
| 808 | κάθομαι | Ρήμα | /ˈkaθome/ | έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο). |
| 809 | νοιώθω | Ρήμα | /ˈɲo.θo/ | άλλη γραφή του νιώθω (εμφανίζεται ως πρώτος τύπος στα λεξικά προ του 1976). |
| 810 | πράκτορες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of πράκτορας (práktoras). | |
| 811 | γιορτή | Ουσιαστικό | /ʝorˈti/ | ημέρα αφιερωμένη σε έναν άγιο ή σημαντικό θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό γεγονός, η οποία συνοδεύεται από δημόσιες εκδη… |
| 812 | χρειαστούμε | Ρήμα | θα χρειαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι. | |
| 813 | βοηθήσουν | Ρήμα | θα βοηθήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ. | |
| 814 | κυβερνήτης | Ουσιαστικό | ο ανώτερος άρχοντας μιας πολιτείας ή μιας περιοχής που συνήθως ανήκει σε μια ομοσπονδία ή σε μια αυτοκρατορία. | |
| 815 | χρησιμοποιείς | Ρήμα | /xɾi.si.mo.piˈis/ | |
| 816 | παίζουν | Ρήμα | θα παίζουν: γ' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος παίζω. | |
| 817 | διάλεξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω. | |
| 818 | αγκαλιά | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /aŋ.ɡaˈʎa/ | αγκαλιαστά. |
| 819 | κάνοντας | Ρήμα | /ˈka.non.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάνω. |
| 820 | αληθινός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.li.θiˈnos/ | ο πραγματικός, αυτός που στην πραγματικότητα έχει την αναφερόμενη ιδιότητα. |
| 821 | άδειο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άδειος. | |
| 822 | κάστρο | Ουσιαστικό | /ˈka.stro/ | αυτός που έχει ισχυρές βάσεις που δεν μπορούν να κλονιστούν εύκολα ή προβάλλει σθεναρή αντίσταση. |
| 823 | αυγά | Ουσιαστικό | άλλη γραφή του αβγά (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγό). | |
| 824 | ίχνος | Ουσιαστικό | /ˈi.xnos/ | Ορθή προβολή ή ίχνος ενός σημείου Α πάνω σε μιαν ευθεία ε ονομάζεται το σημείο τομής Α' της ευθείας ε με την κάθετη προς… |
| 825 | κερδίσεις | Ρήμα | /cerˈði.sis/ | θα κερδίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω. |
| 826 | όχημα | Ουσιαστικό | /ˈo.çi.ma/ | κάθε μέσο που χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε κάποιο σκοπό. |
| 827 | παιδιών | Ουσιαστικό | /peðˈʝon/ | γενική πληθυντικού του παιδιά. |
| 828 | τελευταίος | Επίθετο | /teleˈfteos/ | που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας. |
| 829 | ασφαλώς | Ουσιαστικό, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 830 | ανοιχτή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτός. | |
| 831 | δώσετε | Ρήμα | θα δώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω. | |
| 832 | αλκοόλ | Ουσιαστικό | /al.koˈol/ | το οινόπνευμα που περιέχεται στα οινοπνευματώδη ποτά. |
| 833 | σκοτώσουμε | Ρήμα | θα σκοτώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω. | |
| 834 | σπιτιού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του σπίτι. | |
| 835 | ζητήσει | Ρήμα | θα ζητήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ. | |
| 836 | πράσινο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpɾa.si.no/ | το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο). |
| 837 | Πέμπτη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈpem.pti/ | ημέρα της εβδομάδας· προηγείται η Τετάρτη και ακολουθεί η Παρασκευή. |
| 838 | αρχίζω | Ρήμα | /arˈçizo/ | κάνω αρχή κάποιας πράξης ή έργου, βάζω μπρος, ξεκινώ. |
| 839 | πίνεις | Ρήμα | /ˈpi.nis/ | |
| 840 | αρχίσεις | Ρήμα | θα αρχίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω. | |
| 841 | χώρος | Ουσιαστικό | /ˈxo.ɾos/ | το τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η θέση ενός σημείου. |
| 842 | τελειώσουμε | Ρήμα | θα τελειώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω. | |
| 843 | εργασίας | Ουσιαστικό | εργασία, στη γενική του ενικού. | |
| 844 | χιλιόμετρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόμετρο. | |
| 845 | τεχνολογία | Ουσιαστικό | /texnoloˈʝi.a/ | το σύνολο των δραστηριοτήτων που αφορούν στην τεχνική εφαρμογή της (θεωρητικής) επιστημονικής γνώσης με στόχο τη δημιουρ… |
| 846 | ειδική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδικός. | |
| 847 | αθώος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /aˈθo.os/ | ανδρικό όνομα. |
| 848 | συναντηθούμε | Ρήμα | θα συναντηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντιέμαι. | |
| 849 | αμφιβολία | Ουσιαστικό | /aɱ.fi.voˈli.a/ | αβεβαιότητα, δυσπιστία, δισταγμός. |
| 850 | μισεί | Ρήμα | /miˈsi/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ. |
| 851 | σημείωμα | Ουσιαστικό | /siˈmi.o.ma/ | το κειμενάκι που μας πληροφορεί για κάποια θέματα ή μας τα υπενθυμίζει. |
| 852 | Σοβάρη | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβαρός. | |
| 853 | συναντήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάντηση. | |
| 854 | μεγαλύτερος | Επίθετο | συγκριτικός βαθμός του μεγάλος. | |
| 855 | σύνορα | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈsi.no.ra/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνορο. |
| 856 | καθένα | Επίθετο, Αντωνυμία | genitive masculine/neuter of καθένας (kathénas) (see note 2 in the table below). | |
| 857 | χρήση | Ουσιαστικό | /ˈxɾi.si/ | οι οικονομικές δραστηριότητες και δικαιώματα ενός έτους (ή άλλου χρονικού διαστήματος), ιδίως στα πλαίσια προϋπολογισμών… |
| 858 | υπερβολικά | Επίθετο, Επίρρημα | περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε. | |
| 859 | ασθενή | Ουσιαστικό, Επίθετο | accusative masculine/feminine singular of ασθενής (asthenís). | |
| 860 | εχθρός | Ουσιαστικό | /exˈθɾos/ | αυτός που ενεργεί από μίσος για άλλον, που κάνει κινήσεις που θα έχουν αρνητικές συνέπειες για το υποκείμενο του μίσους… |
| 861 | αρχηγό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του αρχηγός. | |
| 862 | βγάζεις | Ρήμα | ||
| 863 | εργοστάσιο | Ουσιαστικό | /eɾ.ɣoˈsta.si.o/ | βιομηχανικό συγκρότημα παραγωγής κάποιων προϊόντων. |
| 864 | χρησιμοποιήσουμε | Ρήμα | θα χρησιμοποιήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 865 | νεκρούς | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του νεκρός. | |
| 866 | έτοιμα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈe.ti.ma/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έτοιμος. |
| 867 | υλικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.liˈko/ | hardware: το ηλεκτρονικό μέρος του υπολογιστή ή γενικότερα ενός συστήματος, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται… |
| 868 | βλάκα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βλάκας. | |
| 869 | οπουδήποτε | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /o.puˈði.po.te/ | (Ουσιαστικό). |
| 870 | ύποπτος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈi.po.ptos/ | που δημιουργεί υποψίες. |
| 871 | τσιγάρο | Ουσιαστικό | /[tsiˈɣarɔ]/ | καπνός τυλιγμένος με χαρτί σε μορφή λεπτού κυλίνδρου. |
| 872 | έγραψα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γράφω. | |
| 873 | διαζύγιο | Ουσιαστικό | /ðʝaˈzi.ʝi.o/ | η επίσημη διάλυση ενός γάμου. |
| 874 | μέγεθος | Ουσιαστικό | /ˈme.ʝe.θos/ | φυσικό μέγεθος είναι εκείνο που αντιστοιχεί στις συνήθεις διαστάσεις ενός οργάνου, οργανισμού ή αντικειμένου που θέλουμε… |
| 875 | αστέρι | Ουσιαστικό | /aˈste.ɾi/ | σύμβολο που χρησιμοποιείται για την βαθμολόγηση των ξενοδοχείων αλλά και εστιατορίων, θεαμάτων κλπ. |
| 876 | κοτόπουλο | Ουσιαστικό | /koˈtopulo/ | εξημερωμένο πτηνό του είδους Gallus gallus, νεαρής ηλικίας. |
| 877 | χάρτη | Ουσιαστικό | /ˈxar.ti/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χάρτης. |
| 878 | βροχή | Ουσιαστικό | /vɾoˈçi/ | παρόμοια γεγονότα που συμβαίνουν σε μεγάλο αριθμό μέσα σε μικρό διάστημα. |
| 879 | ρωτήσεις | Ρήμα | ||
| 880 | κρυφά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 881 | σαμπάνια | Ουσιαστικό | /samˈpa.ɲa/ | το φορτίο που μεταφέρεται στο πλοίο από κάθε κίνηση του γερανού, της μπίγιας (αναφερόμενο σε φορτώσεις παλαιών, μικρών ε… |
| 882 | τσέπη | Ουσιαστικό | /ˈt͡se.pi/ | μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...). |
| 883 | δοκιμάσω | Ρήμα | θα δοκιμάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 884 | άποψη | Ουσιαστικό | /ˈa.po.psi/ | η εικόνα ενός τοπίου όπως φαίνεται από ένα συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κάπου ψηλά. |
| 885 | ηθοποιός | Ουσιαστικό | /i.θo.pi.ˈos/ | καλλιτέχνης του οποίου το επάγγελμα είναι να παίζει ρόλους στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. |
| 886 | δέντρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρό. | |
| 887 | μαλακία | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[malaˈkia]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάκιο. |
| 888 | πιω | Ρήμα | /ˈpço/ | θα πιω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω. |
| 889 | δέχομαι | Ρήμα | /ˈðe.xo.me/ | είμαι στο γραφείο μου και μπορώ να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο κοινό ή σε ασθενείς. |
| 890 | ασφαλή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλές. | |
| 891 | αυτοκίνητα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκίνητο. | |
| 892 | εμφανιστεί | Ρήμα | /eɱ.fa.niˈsti/ | θα εμφανιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμφανίζομαι. |
| 893 | ρίξεις | Ρήμα | ||
| 894 | νου | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νους. | |
| 895 | φανταστικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φανταστικός. | |
| 896 | αγάπης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του αγάπη. | |
| 897 | χαθεί | Ρήμα | /xaˈθi/ | θα χαθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνομαι. |
| 898 | διάδρομο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του διάδρομος. | |
| 899 | εφόσον | Σύνδεσμος | /eˈfo.son/ | με την προϋπόθεση ότι, επειδή, αφού. |
| 900 | τρέξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω. | |
| 901 | βοηθήσετε | Ρήμα | θα βοηθήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ. | |
| 902 | στρατιώτης | Ουσιαστικό | /stɾaˈtço.tis/ | οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι’ αυτόν πολύ μεγάλη σ… |
| 903 | απαντήσω | Ρήμα | θα απαντήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαντώ. | |
| 904 | υποσχέθηκα | Ρήμα | /i.poˈsçe.θi.ka/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι. |
| 905 | φρόντισε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω. | |
| 906 | ουάου | Επιφώνημα | /ˈu̯au/ | επιφώνημα που δηλώνει έκπληξη, συνηθέστερα για κάτι καλό. |
| 907 | πίστεψε | Ρήμα | /ˈpi.ste.pse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω. |
| 908 | σκεφτείτε | Ρήμα | /sceˈfti.te/ | θα σκεφτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι. |
| 909 | αιώνα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αιώνας. | |
| 910 | στρατηγός | Ουσιαστικό | /stɾa.tiˈɣos/ | προσφώνηση, καταχρηστικά, στρατιωτικός όρος στην κλητική, χωρίς τη λέξη κύριε) προσφώνηση όλων των ανώτατων αξιωματικών… |
| 911 | λύκειο | Ουσιαστικό | /ˈli.ci.o/ | η δεύτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αμέσως μετά το γυμνάσιο. |
| 912 | αισθήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίσθημα. | |
| 913 | τάφο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του τάφος. | |
| 914 | ειδικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.ðiˈkos/ | ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νό… |
| 915 | γράψει | Ρήμα | θα γράψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γράφω. | |
| 916 | ανοίξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | nominative/accusative/vocative plural of άνοιξη (ánoixi). | |
| 917 | δεξί | Επίθετο | /ðeˈksi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεξής. |
| 918 | βουνό | Ουσιαστικό | /vuˈno/ | ονομασία οικισμών της Ελλάδας. |
| 919 | γιατροί | Ουσιαστικό | /ʝaˈtɾi/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιατρός. |
| 920 | καλύτερες | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλύτερη. | |
| 921 | άργησα | Ρήμα | /ˈaɾ.ʝi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ. |
| 922 | κατηγορία | Ουσιαστικό | η απόδοση μομφής σε κάποιον, η δήλωση ότι κάποιος είναι ένοχος για μια ενέργεια, διέπραξε κάτι επιβλαβές σε βάρος άλλου… | |
| 923 | τραύμα | Ουσιαστικό | /ˈtɾav.ma/ | οποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση… |
| 924 | εαυτός | Αντωνυμία | /eafˈtos/ | όταν το υποκείμενο της πρότασης και αυτό που δηλώνει η αντωνυμία είναι το ίδιο πρόσωπο ή πράγμα. |
| 925 | ψάρια | Ουσιαστικό | /ˈpsaɾ.ʝa/ | η ποσότητα των ψαριών που πιάνει κάποιος σε ένα ψάρεμα. |
| 926 | οποιοδήποτε | Αντωνυμία | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οποιοσδήποτε. | |
| 927 | ρίξει | Ρήμα | /ˈɾi.ksi/ | |
| 928 | ενημερώσω | Ρήμα | /e.ni.meˈɾo.so/ | θα ενημερώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενημερώνω. |
| 929 | μούτρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούτρο. | |
| 930 | σίγουροι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίγουρος. | |
| 931 | νέες | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του νέος. | |
| 932 | ανοιχτά | Επίθετο, Επίρρημα | απερίφραστα, ειλικρινά. | |
| 933 | κερδίσω | Ρήμα | /cerˈði.so/ | θα κερδίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω. |
| 934 | γνωρίσεις | Ρήμα | θα γνωρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω. | |
| 935 | ανθρώπινη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπινός. | |
| 936 | αριστερό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αριστερός. | |
| 937 | νέας | Επίθετο | feminine genitive singular of νέος (néos). | |
| 938 | λαίδη | Ουσιαστικό | /ˈle.ði/ | άλλη γραφή του λέδη. |
| 939 | συνεργάτης | Ουσιαστικό | /si.neɾˈɣa.tis/ | που εργάζεται μαζί με κάποιον άλλο ή άλλους. |
| 940 | φυσιολογικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φυσιολογικός. | |
| 941 | βλέμμα | Ουσιαστικό | /ˈvle.ma/ | ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ. |
| 942 | δικαιολογία | Ουσιαστικό | /ðiceoloˈʝia/ | ο λόγος που επικαλείται κάποιος για να εξηγήσει μια ενέργεια ή παράλειψή του ώστε να ζητήσει την κατανόηση ή τη συγγνώμη… |
| 943 | κίνητρο | Ουσιαστικό | /ˈci.ni.tro/ | κάτι που δημιουργεί θετικό κλίμα ή παρέχει σε κάποιον θετικούς λόγους, για να κάνει μια ορισμένη ενέργεια. |
| 944 | συνέβαινε | Ρήμα | ||
| 945 | φτιάξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα φτιάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω. | |
| 946 | έγινες | Ρήμα | ||
| 947 | επίσκεψη | Ουσιαστικό | /eˈpi.sce.psi/ | το να πάει κάποιος (ή να έρθει) σε κάποιον και η παραμονή μαζί του. |
| 948 | αργήσει | Ρήμα | θα αργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ. | |
| 949 | συν | Ουσιαστικό, Πρόθεση | /sin/ | cos, the symbol for συνημίτονο the trigonometric function cosine. |
| 950 | Κλάις | Ουσιαστικό, Ρήμα | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλαίω. | |
| 951 | δόση | Ουσιαστικό | /ˈðosi/ | η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική. |
| 952 | κανονίσω | Ρήμα | θα κανονίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω. | |
| 953 | κοιμηθεί | Ρήμα | /ci.miˈθi/ | θα κοιμηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι. |
| 954 | έλεος | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /ˈeleos/ | η προσφορά προς κάποιον, που είναι αποτέλεσμα της αγάπης και της συμπόνιας για αυτόν. |
| 955 | πόνος | Ουσιαστικό | /ˈpo.nos/ | δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ. |
| 956 | ψάξω | Ρήμα | θα ψάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω. | |
| 957 | πραγματικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pɾaɣmatiˈkos/ | (Ουσιαστικό). |
| 958 | Χάζη | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xaˈzi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαζός. |
| 959 | έσωσες | Ρήμα | /ˈe.so.ses/ | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω. |
| 960 | παρεμπιπτόντως | Επίρρημα | κατά παρέμβαση στο κυρίως θέμα, σαν σε παρένθεση, εκτός θέματος, συμπτωματικά, παρενθετικά, όχι προγραμματισμένα, τυχαία. | |
| 961 | ανοιχτό | Επίθετο | /a.niˈxto/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανοιχτός. |
| 962 | μοντέλο | Ουσιαστικό | /moˈdelo/ | επαγγελματίας που εργάζεται στο χώρο της μόδας ή σε προώθηση προϊόντων, που παρουσιάζεται / φωτογραφείται φορώντας ρούχα… |
| 963 | ζητήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήτηση. | |
| 964 | πίνω | Ρήμα | /ˈpi.no/ | καπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό. |
| 965 | πράμα | Ουσιαστικό | /ˈpɾa.ma/ | γεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο). |
| 966 | εξαφανιστεί | Ρήμα | θα εξαφανιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξαφανίζομαι. | |
| 967 | μπάτσους | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του μπάτσος. | |
| 968 | τρομακτικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρομακτικός. | |
| 969 | τυχεροί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυχερός. | |
| 970 | ημερολόγιο | Ουσιαστικό | /i.me.ɾoˈlo.ʝi.o/ | σύστημα που ακολουθείται από ένα ή περισσότερους λαούς σχετικά με τον καθορισμό της διάρκειας του έτους, των μηνών, τον… |
| 971 | στυλ | Ουσιαστικό | άλλη γραφή του στιλ. | |
| 972 | ποινή | Ουσιαστικό | /piˈni/ | τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία. |
| 973 | ύποπτο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ύποπτος. | |
| 974 | θυμήσου | Ρήμα | ||
| 975 | αδέρφια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέρφι. | |
| 976 | παίρνουμε | Ρήμα | ||
| 977 | τέλειος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈte.li.os/ | που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος. |
| 978 | πορτοφόλι | Ουσιαστικό | /poɾ.toˈfo.li/ | μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων. |
| 979 | ανόητος | Επίθετο | /aˈno.i.tos/ | που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο χωρίς μυαλό. |
| 980 | σελίδα | Ουσιαστικό | /[sɛˈliða]/ | αρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογι… |
| 981 | γουρούνι | Ουσιαστικό | /ɣuˈɾuni/ | είδος οικόσιτου θηλαστικού, ο χοίρος, το είδος Sus scrofa domesticus. |
| 982 | μάγισσα | Ουσιαστικό | /ˈma.ʝi.sa/ | αυτή που ασκεί τη μαγεία, που επικαλείται τις υπερφυσικές δυνάμεις με ξόρκια, φίλτρα ή τελετές. |
| 983 | πετάξω | Ρήμα | θα πετάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ. | |
| 984 | αποφασίσει | Ρήμα | θα αποφασίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω. | |
| 985 | μεσάνυχτα | Ουσιαστικό | /meˈsa.ni.xta/ | η μέση της νύχτας, όταν το ρολόι δείχνει 12. |
| 986 | προχωρήσουμε | Ρήμα | θα προχωρήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ. | |
| 987 | μπορέσεις | Ρήμα | θα μπορέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ. | |
| 988 | γνωριμία | Ουσιαστικό | η κοινωνική σχέση κατά την οποία γινόμαστε οικείοι με κάποιον άλλο. | |
| 989 | μυστική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυστικός. | |
| 990 | βραβείο | Ουσιαστικό | τιμητική υλική ή ηθική ανταμοιβή. | |
| 991 | φήμες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φήμη. | |
| 992 | αστυνόμε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του αστυνόμος. | |
| 993 | καταφύγιο | Ουσιαστικό | /ka.taˈfi.ʝi.o/ | εκεί που κάποιος είναι ή αισθάνεται προστατευμένος από κάτι εχθρικό ή απειλητικό. |
| 994 | αμφιβάλλω | Ρήμα | /aɱ.fiˈva.lo/ | δεν είμαι βέβαιος, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι σωστό. |
| 995 | κέρδισε | Ρήμα | /ˈceɾ.ði.se/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω. |
| 996 | κάλεσα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ. | |
| 997 | σώσουμε | Ρήμα | θα σώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω. | |
| 998 | μιλήσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ. | |
| 999 | παλτό | Ουσιαστικό | /palˈto/ | βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα. |
| 1000 | επομένως | Επίρρημα, Σύνδεσμος | /epoˈmenos/ | consequently, therefore, accordingly. |
| 1001 | τατουάζ | Ουσιαστικό | /ta.tuˈaz/ | η χάραξη της επιδερμίδας με ειδικά εργαλεία, που με μικρά τσιμπήματα εκχύουν χρωστικές ουσίες, ώστε να δημιουργούνται αν… |
| 1002 | αγαπούσα | Ρήμα | /a.ɣaˈpu.sa/ | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αγαπάω. |
| 1003 | έδειξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω. | |
| 1004 | κλειστό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kliˈsto/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλειστός. |
| 1005 | παράτησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ. | |
| 1006 | γραμμές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμή. | |
| 1007 | εξηγήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /e.ksiˈʝi.sis/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξήγηση. |
| 1008 | διασκεδαστικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διασκεδαστικός. | |
| 1009 | θάρρος | Ουσιαστικό | /ˈθa.ɾos/ | η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον. |
| 1010 | λα | Ουσιαστικό | η έκτη νότα στην κλίμακα του ντο. | |
| 1011 | άρχισαν | Ρήμα | /ˈar.çi.san/ | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω. |
| 1012 | συναρπαστικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συναρπαστικός. | |
| 1013 | τοποθεσία | Ουσιαστικό | /to.po.θeˈsi.a/ | η θέση ενός αντικειμένου σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς του χώρου. |
| 1014 | φάρμακο | Ουσιαστικό | /ˈfar.ma.ko/ | για χρήση οποιασδήποτε μη φυσικής και συνήθως χημικής ουσίας. |
| 1015 | σύνδεση | Ουσιαστικό | η συσχέτιση ενός ονόματος (μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ) με μια οντότητα (κώδικας ή δεδομένα) ενός προγράμματος. | |
| 1016 | φορτηγάκι | Ουσιαστικό | μικρό φορτηγό αυτοκίνητο (συνήθως κλειστού τύπου). | |
| 1017 | είσοδο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του είσοδος. | |
| 1018 | φόνος | Ουσιαστικό | /ˈfo.nos/ | η αφαίρεση ζωής με δόλο και προμελέτη ή εν βρασμώ ψυχής. |
| 1019 | θεωρώ | Ουσιαστικό, Ρήμα | /θe.o.ˈro/ | (Ουσιαστικό). |
| 1020 | κατάλαβε | Ρήμα | /kaˈta.la.ve/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 1021 | κοινωνία | Ουσιαστικό | /ki.noˈni.a/ | σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες. |
| 1022 | κατάρα | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /kaˈta.ɾa/ | ορεινό πέρασμα στην Πίνδο μεταξύ Ιωαννίνων και Γρεβενών. |
| 1023 | γεννήθηκε | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι. | |
| 1024 | καναπέ | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καναπές. | |
| 1025 | έφαγε | Ρήμα | /ˈe.fa.ʝe/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω. |
| 1026 | βγαίνω | Ρήμα | /ˈvʝe.no/ | αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις. |
| 1027 | κατάστημα | Ουσιαστικό | /kaˈta.sti.ma/ | ο χώρος ή το κτήριο όπου στεγάζει τις δραστηριότητές του ένας επαγγελματίας, έμπορος ή μία εταιρεία ώστε να έρχεται σε ε… |
| 1028 | ακολουθεί | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ακολουθώ. | |
| 1029 | όσον | Επίρρημα, Αντωνυμία | /ˈo.son/ | archaic form of όσος (ósos). |
| 1030 | χαζός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /xaˈzos/ | ανδρικό επώνυμο. |
| 1031 | αίτηση | Ουσιαστικό | /ˈetisi/ | έγγραφη, κυρίως, αναφορά ενός ιδιώτη προς κάποια Αρχή, με την οποία ζητά κάτι. |
| 1032 | χ | Ουσιαστικό | /x/ | ονομασία ελληνικής εθνικιστικής, αντικομμουνιστικής οργάνωσης της περιόδου 1941-1946, υπό τον Γεώργιο Γρίβα. |
| 1033 | γκαράζ | Ουσιαστικό | /ɡaˈɾaz/ | υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ώστε να σταθμεύονται και να φυλάσσονται αυτοκίνητα. |
| 1034 | διαβάζεις | Ρήμα | β΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος διαβάζω. | |
| 1035 | ροζ | Ουσιαστικό, Επίθετο | ερωτικός, σεξουαλικός, σεξουλιάρικος. | |
| 1036 | βγαίνεις | Ρήμα | /ˈvʝe.nis/ | |
| 1037 | ρίσκο | Ουσιαστικό | /ˈɾi.sko/ | η επίπτωση της αβεβαιότητας στις επενδύσεις ή, γενικότερα, στην οικονομική κατάσταση του ατόμου. |
| 1038 | μισά | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισό. | |
| 1039 | Φαέ | Ουσιαστικό, Ρήμα, Φράση | /faˈe/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρώω. |
| 1040 | φαντασία | Ουσιαστικό | /fan.daˈsi.a/ | κάτι που δεν είναι πραγματικό αλλά έχει αναπαραχθεί στο μυαλό κάποιου. |
| 1041 | προσπαθώντας | Ρήμα | /pɾos.paˈθon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσπαθώ. |
| 1042 | ρωτάω | Ρήμα | /ɾoˈta.o/ | to enquire (UK), inquire (US). |
| 1043 | πολίτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτης. | |
| 1044 | μεριά | Ουσιαστικό | /meˈɾi̯a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερί. |
| 1045 | φέτος | Επίρρημα | /ˈfetos/ | το τρέχον έτος, στη χρονιά που διανύουμε. |
| 1046 | χειρότερη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρότερος. | |
| 1047 | ζήτημα | Ουσιαστικό | /ˈzi.ti.ma/ | αυτό που ζητώ να βρω, να λύσω, να εξηγήσω, να ερμηνεύσω, να αντιμετωπίσω. |
| 1048 | επιτέθηκε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι. | |
| 1049 | κατεύθυνση | Ουσιαστικό | /kaˈte.fθin.si/ | η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστ… |
| 1050 | σερίφης | Ουσιαστικό | /seˈɾi.fis/ | αστυνομικό όργανο, που εκλέγεται ή ορίζεται στη θέση αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα. |
| 1051 | λίρες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίρα. | |
| 1052 | σημεία | Ουσιαστικό | /siˈmi.a/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημείο. |
| 1053 | βγάλτε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω. | |
| 1054 | πίτσα | Ουσιαστικό | /ˈpi.t͡sa/ | στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθ… |
| 1055 | αλλάξουμε | Ρήμα | θα αλλάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω. | |
| 1056 | μαμάς | Ουσιαστικό | ανδρικό επώνυμο. | |
| 1057 | άμεσα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | (Ουσιαστικό). | |
| 1058 | σύμπτωση | Ουσιαστικό | /ˈsim.pto.si/ | η τυχαία, αναπάντεχη ταυτόχρονη εμφάνιση δύο γεγονότων. |
| 1059 | καταιγίδα | Ουσιαστικό | /ka.teˈʝi.ða/ | πολύ δυνατή βροχή που συνοδεύεται από αστραπές, κεραυνούς και ισχυρούς ανέμους. |
| 1060 | αποδείξω | Ρήμα | θα αποδείξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεικνύω. | |
| 1061 | τυρί | Ουσιαστικό | /tiˈɾi/ | φτηνή, εύκολη τακτική ή στρατηγική που εκμεταλλεύεται κάποια λειτουργία του παιχνιδιού προς διευκόλυνσή του για αυτόν πο… |
| 1062 | μπήκες | Ρήμα | /ˈbi.ces/ | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω. |
| 1063 | συμμορία | Ουσιαστικό | /si.moˈɾi.a/ | ομάδα τριών τουλάχιστον κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους. |
| 1064 | δρόμου | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δρόμος. | |
| 1065 | καλέ | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα | /kaˈle/ | κλητική ενικού του καλός. |
| 1066 | πήρατε | Ρήμα | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω. | |
| 1067 | δημοσιά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | μπροστά σε κοινό, με ανοιχτό και δημόσιο τρόπο. | |
| 1068 | σκόνη | Ουσιαστικό | /ˈsko.ni/ | στερεή ουσία που έχει τριφτεί και αποτελείται από πολύ μικρούς και λεπτούς κόκκους. |
| 1069 | ρομπότ | Ουσιαστικό | /ɾoˈbot/ | αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανι… |
| 1070 | αγοράσει | Ρήμα | /a.ɣoˈɾa.si/ | θα αγοράσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω. |
| 1071 | φαντάσου | Ρήμα | /fanˈda.su/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι. |
| 1072 | επιφάνεια | Ουσιαστικό | /e.piˈfa.ni.a/ | το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον το… |
| 1073 | ευγνώμων | Ουσιαστικό, Επίθετο | /evˈɣno.mon/ | (Ουσιαστικό). |
| 1074 | παράδεισο | Ουσιαστικό | ο παράδεισος. | |
| 1075 | οικογένειες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογένεια. | |
| 1076 | φανταστώ | Ρήμα | θα φανταστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι. | |
| 1077 | προσπαθήσεις | Ρήμα | θα προσπαθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ. | |
| 1078 | γκόμενα | Ουσιαστικό | /ˈɡomena/ | η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις. |
| 1079 | προκάλεσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ. | |
| 1080 | χειρουργείο | Ουσιαστικό | /çi.ɾuɾˈʝi.o/ | αίθουσα νοσοκομείου (ή κλινικής) όπου γίνονται οι χειρουργικές επεμβάσεις. |
| 1081 | σούπερ | Ουσιαστικό, Επίθετο | που έχει την ανεπιφύλακτη αποδοχή μας, φοβερός, καταπληκτικός, υπέροχος. | |
| 1082 | παρεξήγηση | Ουσιαστικό | /paɾekˈsiʝisi/ | η λανθασμένη ερμηνεία των λόγων και των πράξεων ενός ανθρώπου και η απόδοση σε αυτόν κακών προθέσεων. |
| 1083 | ηλίθιοι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλίθιος. | |
| 1084 | δουλειάς | Ουσιαστικό | γενική ενικού του δουλειά. | |
| 1085 | απώλεια | Ουσιαστικό | /aˈpo.li.a/ | ο θάνατος ενός συγγενούς ή γενικότερα ενός σημαντικού ανθρώπου, ο χαμός. |
| 1086 | φασαρία | Ουσιαστικό | /fasaˈɾia/ | ο σαματάς, η ηχορύπανση, ο θόρυβος. |
| 1087 | ιδιαίτερο | Ουσιαστικό, Επίθετο | μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περ… | |
| 1088 | στείλουμε | Ρήμα | θα στείλουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω. | |
| 1089 | σίγουρο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σίγουρος. | |
| 1090 | ημερομηνία | Ουσιαστικό | /i.me.ro.miˈni.a/ | η ένδειξη της μέρας, του μήνα και του χρόνου. |
| 1091 | νεαρός | Ουσιαστικό, Επίθετο | νέος στην ηλικία. | |
| 1092 | ζούσε | Ρήμα | ||
| 1093 | σήκωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω. | |
| 1094 | εξέταση | Ουσιαστικό | /eˈkse.ta.si/ | η διαδικασία με την οποία ο διδάσκων κάνει ερωτήσεις προφορικά ή γραπτά σε έναν μαθητή προκειμένου να τον βαθμολογήσει. |
| 1095 | θυμωμένη | Ρήμα | /θi.moˈme.ni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμωμένος. |
| 1096 | άγρια | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άγριος. | |
| 1097 | ζήτω | Επιφώνημα | /ˈzi.to/ | κραυγή επευφημίας ή ενθουσιασμού. |
| 1098 | βγάζω | Ρήμα | /ˈvɣazo/ | αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου. |
| 1099 | εκπαίδευση | Ουσιαστικό | /ekˈpe.ðef.si/ | η διαδικασία μετάδοσης γνώσης και εμπειρίας καθώς και η καλλιέργεια και ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων ενός ατόμ… |
| 1100 | δεδομένα | Ουσιαστικό | στοιχεία, πληροφορίες, σε δυαδική μορφή που εισάγονται προς επεξεργασία σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή προβάλλονται ως… | |
| 1101 | κουρασμένη | Ρήμα | /kuraˈzmeni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρασμένος. |
| 1102 | πράξεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράξη. | |
| 1103 | επιταγή | Ουσιαστικό | /e.pi.taˈʝi/ | αξιόγραφο με το οποίο ο εκδότης του εγγράφου δίνει εντολή στον πληρωτή (πιστωτικό ίδρυμα) να πληρώσει στο όνομα του πρώτ… |
| 1104 | καθηγητά | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του καθηγητής. | |
| 1105 | συναίσθημα | Ουσιαστικό | /siˈne.sθi.ma/ | η ψυχική κατάσταση, ευχάριστη ή δυσάρεστη που συνδέεται με τα αισθήματα (τις εντυπώσεις που έχουμε απ' τις αισθήσεις μας… |
| 1106 | βιβλιοθήκη | Ουσιαστικό | /vivlioˈθici/ | δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα. Στην περίπτω… |
| 1107 | φωνάζεις | Ρήμα | /foˈna.zis/ | |
| 1108 | κωδικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κωδικός. | |
| 1109 | εξήγηση | Ουσιαστικό | /eˈksi.ʝi.si/ | σαφής και διεξοδική έκθεση των λεπτομερειών που σχετίζονται με ένα αντικείμενο (γεγονός, κατάσταση κλπ) ώστε να αυτό να… |
| 1110 | γράφω | Ρήμα | /ˈɣra.fo/ | ενεργώ ώστε κάποιος να γίνει μέλος ενός οργανισμού ή μαθητής/σπουδαστής ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος. |
| 1111 | αντάλλαγμα | Ουσιαστικό | αυτό που παίρνει κάποιος στη θέση κάποιου άλλου (συνήθως ίσης αξίας) που δίνει ή το αντίθετο. | |
| 1112 | σταρ | Ουσιαστικό | το επίκεντρο της προσοχής μιας παρέας ή ομάδας. | |
| 1113 | περάσετε | Ρήμα | /peˈɾa.se.te/ | θα περάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ. |
| 1114 | ασφάλειας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ασφάλεια. | |
| 1115 | λείπουν | Ρήμα | /ˈli.pun/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του λείπω. |
| 1116 | παγωτό | Ουσιαστικό | /pa.ɣoˈto/ | παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής, που φτιάχνεται με βάση το γάλα και τρώγεται παγωμένο. |
| 1117 | έγγραφα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έγγραφος. | |
| 1118 | πέσε | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈpe.se/ | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου (έπεσα) του πέφτω. |
| 1119 | οδήγησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ. | |
| 1120 | πλήρωμα | Ουσιαστικό | το προσωπικό, το σύνολο των ατόμων που χρησιμοποιείται σε ένα μεταφορικό μέσο εάν κατά τη μετακίνησή του χρειάζεται τουλ… | |
| 1121 | τελική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελικός. | |
| 1122 | καρκίνο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του καρκίνος. | |
| 1123 | πλήρωσε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω. | |
| 1124 | κελί | Ουσιαστικό | το κοίλο μέρος σε μία κηρήθρα, στο οποίο οι μέλισσες τοποθετούν τα αβγά τους προς εκκόλαψη ή το μέλι τους. | |
| 1125 | αφότου | Σύνδεσμος | /aˈfo.tu/ | από τότε που. |
| 1126 | χρησιμοποιήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | /xɾi.si.mo.piˈi.sis/ | nominative/accusative/vocative plural of χρησιμοποίηση (chrisimopoíisi). |
| 1127 | βρίσκει | Ρήμα | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βρίσκω. | |
| 1128 | έστειλαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω. | |
| 1129 | αφήσουν | Ρήμα | θα αφήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω. | |
| 1130 | μάσκα | Ουσιαστικό | /ˈmas.ka/ | καλύπτρα των ματιών ή όλου του προσώπου για μεταμφίεση στις αποκριές ή σε άλλες περιστάσεις κατά τις οποίες κάποιος θέλε… |
| 1131 | φωνές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνή. | |
| 1132 | παρόλο | Ουσιαστικό, Σύνδεσμος | /paˈɾo.lo/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1133 | γίνετε | Ρήμα | /ˈʝi.ne.te/ | β΄ πρόσωπο πληθυντικού εξαρτημένου τύπου ενεστώτα του γίνομαι. |
| 1134 | μονοπάτι | Ουσιαστικό | /mo.noˈpa.ti/ | στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων. |
| 1135 | εκείνους | Επίθετο, Αντωνυμία | accusative masculine plural of εκείνος (ekeínos). | |
| 1136 | δώσουν | Ρήμα | θα δώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω. | |
| 1137 | εξοπλισμό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του εξοπλισμός. | |
| 1138 | κλινική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /kli.niˈci/ | ιδιωτικό ίδρυμα περίθαλψης των ασθενών. |
| 1139 | ύστερα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Σύνδεσμος, Επιφώνημα | /ˈistera/ | το όργανο του θηλυκού, ανθρώπων και ζώων, στο οποίο κυοφορείται τό έμβρυο. |
| 1140 | τιμωρία | Ουσιαστικό | punishment. | |
| 1141 | καθηγητή | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθηγητής. | |
| 1142 | Μικρές | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρή. | |
| 1143 | πλούσιος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈplusios/ | που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. |
| 1144 | νεαρή | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεαρός. | |
| 1145 | μπορέσει | Ρήμα | θα μπορέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ. | |
| 1146 | φορτίο | Ουσιαστικό | το σύνολο των αντικειμένων που μεταφέρει ένας άνθρωπος, ένα ζώο ή ένα φορτηγό μεταφορικό μέσο. | |
| 1147 | μάρτυρα | Ουσιαστικό | /ˈmaɾ.ti.ɾa/ | genitive/accusative/vocative singular of μάρτυρας (mártyras). |
| 1148 | αποφάσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφαση. | |
| 1149 | ιδιοκτήτης | Ουσιαστικό | /i.ði.oˈkti.tis/ | αυτός που έχει δικό του, ιδιοκτησία του, κάτι. |
| 1150 | μηχανές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανή. | |
| 1151 | χάνω | Ρήμα | /ˈxa.no/ | λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών. |
| 1152 | νύφη | Ουσιαστικό | /ˈni.fi/ | η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή την ώρα του γάμου της. |
| 1153 | περίοδο | Ουσιαστικό | /pe.ri.ˈo.ðo/ | αιτιατική ενικού του περίοδος. |
| 1154 | δούλεψε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω. | |
| 1155 | κυρίου | Ουσιαστικό | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1156 | σιωπή | Ουσιαστικό | /si.oˈpi/ | διαταγή ή προτροπή ή παράκληση σε κάποιον/κάποιους να σταματήσουν να μιλούν. |
| 1157 | ήχο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του ήχος. | |
| 1158 | μεταφορά | Ουσιαστικό | /me.ta.foˈɾa/ | σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου αποδίδονται (μεταφέρονται) σε ένα άλλο, το οποίο έχει διαφορετικά… |
| 1159 | νιώσεις | Ρήμα | θα νιώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νιώθω. | |
| 1160 | ξεκινήσω | Ρήμα | θα ξεκινήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ. | |
| 1161 | ΕΦΤΑ | Επίθετο, Φράση | /eˈfta/ | το απόλυτο αριθμητικό (7) που ακολουθεί το έξι και προηγείται του οχτώ. |
| 1162 | εντυπωσιακό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εντυπωσιακός. | |
| 1163 | μεσημεριανό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το μεσημεριανό γεύμα. | |
| 1164 | ασανσέρ | Ουσιαστικό | /asanˈseɾ / | σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου. |
| 1165 | απίθανο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απίθανος. | |
| 1166 | σκοπός | Ουσιαστικό | /skoˈpos/ | η μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλ… |
| 1167 | σοφία | Ουσιαστικό | /soˈfi.a/ | το να είναι κάποιος σοφός, η ιδιότητα του σοφού, η επιτυχώς εφαρμοσμένη γνώση του κόσμου και των πραγμάτων. |
| 1168 | συναισθήματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναίσθημα. | |
| 1169 | ξέχασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ. | |
| 1170 | ποιανού | Αντωνυμία | masculine/neuter genitive singular of ποιος (poios, “who; which”). | |
| 1171 | χιλιάρικα | Ουσιαστικό | /çiˈʎa.ɾi.ka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρικο. |
| 1172 | νέοι | Επίθετο | /ˈne.i/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέος. |
| 1173 | καπετάνιε | Ουσιαστικό | κλητική ενικού του καπετάνιος. | |
| 1174 | τελετή | Ουσιαστικό | /te.leˈti/ | ο εορτασμός μιας επετείου ή ενός γεγονότος με επισημότητα και κάποιο τελετουργικό. |
| 1175 | δηλητήριο | Ουσιαστικό | /ði.liˈti.ɾi.o/ | οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει σοβαρή σωματική ή ηθική βλάβη. |
| 1176 | Περίεργος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /peˈɾi.eɾ.ɣos/ | που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και γ… |
| 1177 | αναφορές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφορά. | |
| 1178 | προσπαθήσει | Ρήμα | /pɾo.spaˈθi.si/ | θα προσπαθήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ. |
| 1179 | καλεί | Ρήμα | /kaˈli/ | |
| 1180 | πιάστε | Ρήμα | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 1181 | φτάσω | Ρήμα | θα φτάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω. | |
| 1182 | μπόρεσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ. | |
| 1183 | τζάκι | Ουσιαστικό | /ˈd͡za.ci/ | η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο. |
| 1184 | εχθρό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του εχθρός. | |
| 1185 | αα | Φράση | /ˈalfa ˈalfa/ | Ανώνυμοι Αλκοολικοί : ελληνική συντομογραφή της οργάνωσης υποστήριξης αλκοολικών, ισοδύναμη της αγγλικής AA (λατινικό αλ… |
| 1186 | ανοίγει | Ρήμα | ||
| 1187 | εκπληκτικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκπληκτικός. | |
| 1188 | λέγε | Ρήμα | /ˈle.ʝe/ | β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω. |
| 1189 | νέους | Ουσιαστικό, Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέος. | |
| 1190 | αυτοκτονία | Ουσιαστικό | /aftoktoˈnia/ | η πράξη με την οποία κάποιος βάζει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του. |
| 1191 | ηρεμήστε | Ρήμα | /i.ɾeˈmi.ste/ | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ. |
| 1192 | ευχαρίστως | Επίρρημα | /e.fxaˈɾi.stos/ | όταν κάνουμε ή δεχόμαστε κάτι. |
| 1193 | υπέροχος | Ουσιαστικό, Επίθετο | /iˈpeɾoxos/ | ανδρικό όνομα. |
| 1194 | ακτή | Ουσιαστικό | /aˈkti/ | το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, παραλία. |
| 1195 | κρύβεται | Ρήμα | /ˈkɾi.ve.te/ | |
| 1196 | υποστήριξη | Ουσιαστικό | /i.poˈsti.ɾi.ksi/ | η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ρήματος υποστηρίζω. |
| 1197 | συγκεκριμένο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συγκεκριμένος. | |
| 1198 | έριξε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω. | |
| 1199 | πουλιά | Ουσιαστικό | /[puˈʎa]/ | μεταλλικός δίσκος, μικρού μεγέθους, που συνήθως ράβεται σε γυναικεία φορέματα ή κεντήματα σαν στολίδι. |
| 1200 | ελεύθερα | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | nominative/accusative/vocative neuter plural of ελεύθερος (eléftheros). | |
| 1201 | σταματήσουν | Ρήμα | θα σταματήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ. | |
| 1202 | κινήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνηση. | |
| 1203 | αρχίδια | Ουσιαστικό | /aɾˈçi.ðʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχίδι. |
| 1204 | μείνουν | Ρήμα | θα μείνουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω. | |
| 1205 | δωμάτια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωμάτιο. | |
| 1206 | καθίκι | Ουσιαστικό | /kaˈθici/ | άλλη γραφή του καθοίκι. |
| 1207 | κοιτάζω | Ρήμα | /ciˈta.zo/ | στρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι. |
| 1208 | πολιτεία | Ουσιαστικό | /po.liˈti.a/ | έργο του Πλάτωνα το οποίο χωρίζεται σε 10 βιβλία, γράφτηκε μεταξύ 375 και 380 π.Χ. και πραγματεύεται κυρίως τα ιδανικά κ… |
| 1209 | ακολουθήστε | Ρήμα | /a.ko.luˈθi.ste/ | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ. |
| 1210 | απίστευτα | Επίθετο, Επίρρημα | /aˈpi.ste.fta/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απίστευτος. |
| 1211 | ψάξουμε | Ρήμα | θα ψάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω. | |
| 1212 | μεσημέρι | Ουσιαστικό | /me.siˈme.ɾi/ | το μέσο της ημέρας, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το απόγευμα. Συνήθως αναφέρεται στο διάστημα 12-3 μ.μ. |
| 1213 | καλέσει | Ρήμα | θα καλέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ. | |
| 1214 | δοκιμάσεις | Ρήμα | θα δοκιμάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 1215 | μακρυά | Επίρρημα | άλλη γραφή του μακριά. | |
| 1216 | δικαιώματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαίωμα. | |
| 1217 | οπωσδήποτε | Επίρρημα | /o.pozˈði.po.te/ | με κάθε τρόπο, σε οποιαδήποτε περίπτωση. |
| 1218 | σκεφτούμε | Ρήμα | θα σκεφτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι. | |
| 1219 | λειτουργία | Ουσιαστικό | /li.tuɾˈʝi.a/ | τιμητικός τρόπος φορολόγησης των πλούσιων πολιτών, μέσω της υποχρέωσής τους να αναλάβουν και να χρηματοδοτήσουν έργα δημ… |
| 1220 | σύμβουλος | Ουσιαστικό | /ˈsiɱ.vu.los/ | εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με ειδικά προσόντα που έχει ως αποστολή του να συμβουλεύει τ… |
| 1221 | ψυγείο | Ουσιαστικό | /psiˈʝi.o/ | ειδικό φορτηγό το οποίο μεταφέρει κρέατα απ' το σφαγείο στον τόπο πώλησής τους. |
| 1222 | λείπεις | Ρήμα | /ˈli.pis/ | |
| 1223 | αντικείμενο | Ουσιαστικό | /an.diˈci.me.no/ | object: μία αυτοτελής οντότητα, που έχει ορισθεί εκ των προτέρων ή δημιουργείται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμ… |
| 1224 | ευγενικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /[ɛvʝɛniˈkɔs]/ | ευγενούς, αριστοκρατικής καταγωγής. |
| 1225 | κράτηση | Ουσιαστικό | /ˈkɾa.ti.si/ | η εξασφάλιση ή η αναγνώριση κατοχής μιας θέσης σε μεταφορικό μέσο, θέατρο κ.λπ., ή ενός δωματίου σε ξενοδοχείο. |
| 1226 | έρθουμε | Ρήμα | θα έρθουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι. | |
| 1227 | χίλια | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈçi.ʎa/ | γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χίλιας. |
| 1228 | τες | Αντωνυμία, Άρθρο | /tes/ | Αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού. Χρησιμοποιείται μόνο… |
| 1229 | έβγαλα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω. | |
| 1230 | αναλάβω | Ρήμα | /a.naˈla.vo/ | θα αναλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλαμβάνω. |
| 1231 | κάτσω | Ρήμα | θα κάτσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι. | |
| 1232 | διαβάζω | Ρήμα | /ðʝaˈvazo/ | απαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό. |
| 1233 | εισιτήριο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.siˈti.ɾi.o/ | δελτίο που αγοράζει κάποιος και του δίνει το δικαίωμα εισόδου σε ένα συγκοινωνιακό μέσο ή θέαμα. |
| 1234 | άφησαν | Ρήμα | γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω. | |
| 1235 | άδικο | Ουσιαστικό, Επίθετο | έχω άδικο: κάνω λάθος. | |
| 1236 | μαθητές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητής. | |
| 1237 | πιάσεις | Ρήμα | θα πιάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω. | |
| 1238 | αμήν | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | /a.ˈmin/ | τυπική κατάληξη προσευχών. |
| 1239 | μιλώντας | Ρήμα | /miˈlon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μιλάω / μιλώ. |
| 1240 | παντρεμένη | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο | /pan.dɾeˈme.ni/ | τρόπος μαγειρέματος της φάβας. |
| 1241 | αστυνομικοί | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνομικός. | |
| 1242 | μπουν | Ρήμα | θα μπουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω. | |
| 1243 | ερώτημα | Ουσιαστικό | /eˈɾo.ti.ma/ | κατηγορία εντολών προς αναζήτηση πληροφοριών σε βάση δεδομένων (πχ. select ... from ... ). |
| 1244 | ούτως | Επίρρημα | /ˈutos/ | thus, so, like this, like that. |
| 1245 | ακολούθησε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ. | |
| 1246 | αγώνας | Ουσιαστικό | /aˈɣo.nas/ | οι αγώνες: οι αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ ομάδων, συλλόγων ή και κρατών, οι οποίες έχουν οργανωθεί μετά από επίσημη αν… |
| 1247 | Σπάσω | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα σπάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω. | |
| 1248 | παίζουμε | Ρήμα | /ˈpe.zu.me/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω. |
| 1249 | βαλίτσα | Ουσιαστικό | /vaˈli.t͡sa/ | αποσκευή σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με σκληρά τοιχώματα, για τη μεταφορά ρούχων. |
| 1250 | περάσουν | Ρήμα | θα περάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ. | |
| 1251 | κατάθεση | Ουσιαστικό | η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω. | |
| 1252 | προσέξτε | Ρήμα | /pɾoˈseks.te/ | β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω. |
| 1253 | λαό | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του λαός. | |
| 1254 | ξύπνησα | Ρήμα | /ˈksi.pni.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ. |
| 1255 | ενέργειας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ενέργεια. | |
| 1256 | ιστορίας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ιστορία. | |
| 1257 | αντίγραφο | Ουσιαστικό | /anˈdiɣɾafo/ | προϊόν αναπαραγωγής ομοίου πράγματος ή γραπτού λόγου. |
| 1258 | χώρας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του χώρα. | |
| 1259 | μάχης | Ουσιαστικό | γενική ενικού του μάχη. | |
| 1260 | θύματος | Ουσιαστικό | γενική ενικού του θύμα. | |
| 1261 | μιλήσετε | Ρήμα | θα μιλήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ. | |
| 1262 | απάτη | Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία | /[a.ˈpa.ti]/ | ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι. |
| 1263 | γραφείς | Ουσιαστικό, Ρήμα | /ˈɣɾa.fis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γράφω. |
| 1264 | έφαγα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω. | |
| 1265 | έπαιρνα | Ρήμα | α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του παίρνω. | |
| 1266 | είδη | Ουσιαστικό | /iˈði/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδος. |
| 1267 | κοστούμι | Ουσιαστικό | /koˈstu.mi/ | σύνολο ρούχων από το ίδιο ύφασμα, που περιλαμβάνει παντελόνι ή φούστα, σακάκι και μερικές φορές γιλέκο. |
| 1268 | έβαλαν | Ρήμα | /ˈe.va.lan/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω. |
| 1269 | εννέα | Ουσιαστικό, Επίθετο | /eˈne.a/ | απόλυτο αριθμητικό, ο αριθμός που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα· συμβολίζεται με τον αραβικό αριθμό 9, τον ε… |
| 1270 | κενό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ένα χάσμα που διακόπτει τη συνέχεια μιας επιφάνειας. | |
| 1271 | επιχειρήσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχείρηση. | |
| 1272 | πάθος | Ουσιαστικό | /ˈpa.θo̞s/ | μεγάλη αγάπη και ενθουσιασμός για κάτι, ολοκληρωτική αφοσίωση, μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευ… |
| 1273 | κοιτάξεις | Ρήμα | θα κοιτάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω. | |
| 1274 | ψώνια | Ουσιαστικό | /ˈpso.ɲa/ | τα εμπορεύματα που αγοράζονται κυρίως για κάλυψη αναγκών, όπως τα είδη διατροφής ή ρουχισμού. |
| 1275 | παραμένει | Ρήμα | /pa.ɾaˈme.ni/ | |
| 1276 | χαρακτήρα | Ουσιαστικό | /xa.ɾaˈkti.ɾa/ | αιτιατική ενικού του χαρακτήρας. |
| 1277 | ξέφυγε | Ρήμα | /ˈkse.fi.ʝe/ | |
| 1278 | δοκιμάσουμε | Ρήμα | θα δοκιμάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω. | |
| 1279 | κοπέλες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπέλα. | |
| 1280 | χτύπησες | Ρήμα | /ˈxti.pi.ses/ | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ. |
| 1281 | τελειώσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα τελειώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω. | |
| 1282 | προσφέρει | Ρήμα | ||
| 1283 | τραγούδια | Ουσιαστικό | /tɾaˈɣu.ðʝa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγούδι. |
| 1284 | καταλάβουν | Ρήμα | /ka.taˈla.vun/ | θα καταλάβουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 1285 | φιλενάδα | Ουσιαστικό | /fi.leˈna.ða/ | η φίλη (κυρίως γυναίκας). |
| 1286 | χρησιμοποιήσει | Ρήμα | θα χρησιμοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ. | |
| 1287 | χτύπησα | Ρήμα | /ˈxti.pi.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ. |
| 1288 | εχθρούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του εχθρός. | |
| 1289 | ποιες | Αντωνυμία | /ˈpçes/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ποιος. |
| 1290 | αναφέρει | Ρήμα | /a.naˈfe.ri/ | |
| 1291 | κοίταξα | Ρήμα | /ˈci.ta.ksa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω. |
| 1292 | τρώνε | Ρήμα | ||
| 1293 | ενισχύσεις | Ουσιαστικό, Ρήμα | θα ενισχύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενισχύω. | |
| 1294 | καλοσύνη | Ουσιαστικό | /ka.loˈsi.ni/ | η ιδιότητα του καλού, εκείνου που επιθυμεί την ειρήνη και την ευτυχία των συνανθρώπων του. |
| 1295 | έδινε | Ρήμα | ||
| 1296 | συγγραφέας | Ουσιαστικό | /siŋ.ɣraˈfe.as/ | το πρόσωπο που συγγράφει, που συντάσσει κείμενα (κυρίως επιστημονικά ή λογοτεχνικά). |
| 1297 | άγχος | Ουσιαστικό | /ˈaŋ.xos/ | ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές… |
| 1298 | φάρμα | Ουσιαστικό | /ˈfaɾ.ma/ | αγρόκτημα. |
| 1299 | ελικόπτερο | Ουσιαστικό | σκάφος που κινείται στον αέρα με μηχανοκίνητους έλικες. | |
| 1300 | φαντάσματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάντασμα. | |
| 1301 | διοικητής | Ουσιαστικό | /ði.i.kiˈtis/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1302 | λέγοντας | Ρήμα | /ˈle.ɣon.das/ | μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λέω, λέγω. |
| 1303 | περήφανη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περήφανος. | |
| 1304 | Πέρσι | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈpeɾ.si/ | άλλη μορφή του πέρυσι. |
| 1305 | ευχαρίστηση | Ουσιαστικό | /ef.xaˈɾi.sti.si/ | αίσθημα χαράς, αγαλλίασης. |
| 1306 | φυσικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φυσικός. | |
| 1307 | μόνα | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονός. | |
| 1308 | δάσκαλος | Ουσιαστικό | /ˈða.ska.los/ | αυτός που αρέσκεται να δίνει συμβουλές στους άλλους. |
| 1309 | χάνει | Ρήμα | /ˈxa.ni/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χάνω. |
| 1310 | περνάω | Ρήμα | /peɾˈna.o/ | εκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται). |
| 1311 | πετάξει | Ρήμα | θα πετάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ. | |
| 1312 | ντους | Ουσιαστικό | /dus/ | συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου. |
| 1313 | φαίνομαι | Ρήμα | /ˈfe.no.me/ | είμαι ορατός, εμφανής. |
| 1314 | θόρυβο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του θόρυβος. | |
| 1315 | ικανότητα | Ουσιαστικό | /i.kaˈno.ti.ta/ | δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι. |
| 1316 | νεαρέ | Επίθετο | κλητική ενικού του νεαρός. | |
| 1317 | σημαντικά | Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντικό. | |
| 1318 | στρατιώτη | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο. | |
| 1319 | βίας | Ουσιαστικό | /ˈvi.as/ | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. |
| 1320 | ποσό | Ουσιαστικό | ο αριθμός που δηλώνει ποσότητα. | |
| 1321 | ανόητο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανόητος. | |
| 1322 | χαμόγελο | Ουσιαστικό | /xaˈmo.ʝe.lo/ | ελαφριά έκφραση του προσώπου, κυρίως του στόματος και των ματιών, χωρίς φωνή. Εκφράζει ικανοποίηση ή ειρωνεία. |
| 1323 | περασμένη | Ρήμα | /peraˈzmeni/ | nominative/accusative/vocative feminine singular of περασμένος (perasménos). |
| 1324 | συνεργάτες | Ουσιαστικό | nominative/accusative/vocative plural of συνεργάτης (synergátis). | |
| 1325 | πέρυσι | Επίρρημα | το έτος πριν το φετινό. | |
| 1326 | κλήσεις | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήση. | |
| 1327 | κοιμάμαι | Ρήμα | /ciˈma.me/ | είμαι σε κατάσταση στην οποία δεν έχω συνειδητές αντιδράσεις στα περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα, σε κατάσταση ύπνου. |
| 1328 | συνάντησα | Ρήμα | α΄ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ. | |
| 1329 | καταπληκτική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπληκτικός. | |
| 1330 | κέρδισα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω. | |
| 1331 | πιεις | Ρήμα | /pçs/ | θα πιεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω. |
| 1332 | ιστορικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | η καταγραφή όλων των ασθενειών και της εξέλιξης της υγείας ενός ασθενούς ή μιας οικογένειας. | |
| 1333 | Ικανός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /i.kaˈnos/ | που κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. |
| 1334 | σκοπεύω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /skoˈpe.vo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1335 | ντουλάπα | Ουσιαστικό | /duˈla.pa/ | μεγάλο έπιπλο με πόρτα ή πορτόφυλλα στο οποίο κρεμιούνται ή τοποθετούνται ρούχα. |
| 1336 | πλήρως | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈpli.ɾos/ | (Ουσιαστικό). |
| 1337 | χαμηλά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χαμηλάς. | |
| 1338 | τούρτα | Ουσιαστικό | /ˈtuɾ.ta/ | γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στ… |
| 1339 | σκάλες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάλα. | |
| 1340 | συγγενείς | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συγγενής. | |
| 1341 | προφίλ | Ουσιαστικό | ο χαρακτήρας, το στυλ, ο τρόπος συμπεριφοράς. | |
| 1342 | αλλαγές | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαγή. | |
| 1343 | κόλπα | Ουσιαστικό | /ˈkol.pa/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλπο. |
| 1344 | σοκ | Ουσιαστικό | το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού. | |
| 1345 | οικονομικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομικό. | |
| 1346 | χειριστώ | Ρήμα | /çi.ɾiˈsto/ | θα χειριστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι. |
| 1347 | ίντερνετ | Ουσιαστικό | /ˈin.teɾ.net/ | το διαδίκτυο. |
| 1348 | φτερά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερό. | |
| 1349 | κανάλι | Ουσιαστικό | /kaˈna.li/ | link: τα υλικά μέσα (hardware) που συνδέουν τους κόμβους (nodes) ενός δικτύου, όπως ειδικά ηλεκτρικά καλώδια, οπτικές ίν… |
| 1350 | γύρο | Ουσιαστικό | /ˈʝi.ɾo/ | αιτιατική ενικού του γύρος. |
| 1351 | εκείνες | Αντωνυμία | ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους (εκείνη) του εκείνος. | |
| 1352 | κόψε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κόβω. | |
| 1353 | εθνική | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνικός. | |
| 1354 | οποιοσδήποτε | Αντωνυμία | /o.pçozˈði.po.te/ | όποιος, ένας τυχαίος, τυχών (δήλωση αοριστίας με έμφαση ή αδιαφορίας). |
| 1355 | κάρτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρτα. | |
| 1356 | αέρας | Ουσιαστικό | /aˈe.ɾas/ | η υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσ… |
| 1357 | σοκολάτα | Ουσιαστικό | /so.koˈla.ta/ | ζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθ… |
| 1358 | μυστήριο | Ουσιαστικό | /[miˈstiɾiɔ]/ | η καθεμία από τις επτά κύριες τελετές της χριστιανικής θρησκείας (βάπτισμα, χρίσμα, Θεία Ευχαριστία, εξομολόγηση, ευχέλα… |
| 1359 | κασέτα | Ουσιαστικό | /kaˈse.ta/ | θήκη με μαγνητοταινία για εγγραφή ήχων, εικόνων ή δεδομένων. |
| 1360 | ελέγχει | Ρήμα | /eˈleŋ.çi/ | |
| 1361 | χάος | Ουσιαστικό | /ˈxa.os/ | ακαταστασία, η ανοργανωσιά, αταξία. |
| 1362 | οχτώ | Ουσιαστικό, Επίθετο | /oˈxto/ | το απόλυτο αριθμητικό (8) που ακολουθεί το επτά και προηγείται του εννιά. |
| 1363 | άλλως | Επίρρημα | /ˈa.los/ | αλλιώς, αλλιώτικα, αλλοτρόπως, με διαφορετικό τρόπο. |
| 1364 | πανέμορφη | Επίθετο | /paˈne.moɾ.fi/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανέμορφος. |
| 1365 | σούπα | Ουσιαστικό | /ˈsu.pa/ | ρευστό ή παχύρρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ή ψαριού, ή λαχανικών που έχουν βράσει. Σερ… |
| 1366 | μισείς | Ρήμα | /miˈsis/ | β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ. |
| 1367 | φώναξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω. | |
| 1368 | χαίρετε | Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα | /ˈçe.re.te/ | (Ουσιαστικό). |
| 1369 | ανά | Ουσιαστικό, Πρόθεση | πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε». | |
| 1370 | έφτασα | Ρήμα | /ˈe.fta.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω. |
| 1371 | δεδομένων | Ουσιαστικό, Ρήμα | genitive plural of δεδομένο (dedoméno). | |
| 1372 | κουμπί | Ουσιαστικό | /kumˈbi/ | το μικρό εξάρτημα της ενδυμασίας που είναι ραμμένο μόνιμα στο ρούχο. Κατασκευάζεται από διάφορα υλικά, έχει ποικίλα σχήμ… |
| 1373 | νύχια | Ουσιαστικό | γρατζουνιά, σκίσιμο της επιδερμίδας που προκαλείται από νύχι (ή νύχια). | |
| 1374 | τυχαία | Επίθετο, Επίρρημα | /tiˈçe.a/ | χωρίς να το περιμένω, κατά τύχη, αναπάντεχα. |
| 1375 | βυζιά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζί. | |
| 1376 | αγοράσεις | Ρήμα | θα αγοράσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω. | |
| 1377 | Σπανιά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | σε σπάνιες περιπτώσεις. | |
| 1378 | βουνά | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουνό. | |
| 1379 | πιάτο | Ουσιαστικό | /ˈpça.to/ | σκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα. |
| 1380 | σενάριο | Ουσιαστικό | το κείμενο που περιγράφει αναλυτικά την πλοκή, τις σκηνές και τους διαλόγους μιας κινηματογραφικής (ή τηλεοπτικής) ταινί… | |
| 1381 | σεζόν | Ουσιαστικό | /seˈzon/ | η χρονική περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι. |
| 1382 | ζωντανοί | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωντανός. | |
| 1383 | κολλήσει | Ρήμα | /koˈli.si/ | θα κολλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κολλάω. |
| 1384 | αξιωματικός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /a.ksi.o.ma.tiˈkos/ | που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα. |
| 1385 | συνεχίσει | Ρήμα | /si.neˈçi.si/ | θα συνεχίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω. |
| 1386 | καρδιάς | Ουσιαστικό | /kaɾˈðʝas/ | γενική ενικού του καρδιά. |
| 1387 | άμα | Σύνδεσμος | /ˈa.ma/ | αφού, επειδή. |
| 1388 | ήμαστε | Ρήμα | /ˈimaste/ | α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι. |
| 1389 | σκιά | Ουσιαστικό | /sciˈa/ | η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευ… |
| 1390 | χείλη | Ουσιαστικό | /ˈçili/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλος. |
| 1391 | δάχτυλα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάχτυλο. | |
| 1392 | εννιά | Επίθετο | /eˈɲa/ | το απόλυτο αριθμητικό (9) που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα, συμβολίζεται με τον αραβικό αριθμό 9, τον ελλην… |
| 1393 | γνωστός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ɣnoˈstos/ | κάποιος που τον γνωρίζω καλά ή τον έχω συναντήσει ή μας έχουν συστήσει. |
| 1394 | δίκτυο | Ουσιαστικό | ένα σύνολο αντικειμένων (π.χ. τηλεφώνων, υπολογιστών) ή ανθρώπων που συνδέονται με έναν σύνθετο τρόπο μεταξύ τους, για ν… | |
| 1395 | μαντέψω | Ρήμα | θα μαντέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαντεύω. | |
| 1396 | νερού | Ουσιαστικό | γενική ενικού του νερό. | |
| 1397 | φιλαράκι | Ουσιαστικό | /fi.laˈɾa.ci/ | υποκοριστικό του φίλος. |
| 1398 | θαυμάσιο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θαυμάσιος. | |
| 1399 | βαριά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /vaɾˈʝa/ | βαρύ σφυρί με μακριά λαβή, που πρέπει να το κρατήσει κανείς και με τα δυο χέρια, το οποίο χρησιμεύει κυρίως στο σπάσιμο… |
| 1400 | μπάσταρδε | Επίθετο | /ˈba.staɾ.ðe/ | κλητική ενικού του μπάσταρδος. |
| 1401 | δολλάρια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολλάριο. | |
| 1402 | κουράγιο | Ουσιαστικό | /kuˈɾa.ʝo/ | η σωματική και ψυχική αντοχή που χρειάζεται για να συνεχίσεις μια επίπονη προσπάθεια. |
| 1403 | παλάτι | Ουσιαστικό | /paˈla.ti/ | το κέντρο εξουσίας που διαμορφώνεται από τον ίδιο το βασιλιά καθώς και τον περίγυρό του. |
| 1404 | περιοδικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | /pe.ri.o.ði.ˈko/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιοδικός. |
| 1405 | επιστήμη | Ουσιαστικό | /e.piˈsti.mi/ | σύνολο ειδικών γνώσεων για συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης μετά από έρευνα με βάση την τεκμηρίωση και την απόδειξη. |
| 1406 | ανακάλυψα | Ρήμα | /a.naˈka.li.psa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω. |
| 1407 | λέσχη | Ουσιαστικό | /ˈle.sçi/ | χώρος όπου συγκεντρώνονται και συχνάζουν πρόσωπα που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και όπου αναπτύσσουν… |
| 1408 | πληρώνω | Ρήμα | καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων. | |
| 1409 | μηχάνημα | Ουσιαστικό | /miˈxa.ni.ma/ | η μηχανή ή συσκευή για τη διεκπεραίωση μιας εργασίας. |
| 1410 | αγώνες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγώνας. | |
| 1411 | γκολφ | Ουσιαστικό | παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κ… | |
| 1412 | κόρης | Ουσιαστικό | ανδρικό επώνυμο. | |
| 1413 | καλύτεροι | Επίθετο | /kaˈli.te.ɾi/ | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλύτερος. |
| 1414 | φτάσεις | Ρήμα | θα φτάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω. | |
| 1415 | έχε | Ρήμα | /ˈe.çe/ | |
| 1416 | βάθος | Ουσιαστικό | /ˈva.θos/ | η οριζόντια διάσταση μιας κοιλότητας όπως φαίνεται από το μπροστά στόμιό της. |
| 1417 | εγχείρηση | Ουσιαστικό | /eŋˈçi.ɾi.si/ | χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει… |
| 1418 | γρήγορο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γρήγορος. | |
| 1419 | αυτοκίνητου | Ουσιαστικό, Επίθετο | γενική ενικού του αυτοκίνητο. | |
| 1420 | τρελαθεί | Ρήμα | θα τρελαθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρελαίνομαι. | |
| 1421 | δήλωση | Ουσιαστικό | /ˈði.lo.si/ | γραπτός ισχυρισμός ή καταγραφή πληροφοριών που γίνεται επίσημα για την μετέπειτα αναφορά από άλλους (συχνά από κρατικές… |
| 1422 | βγήκα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω. | |
| 1423 | εξαιρετική | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαιρετικός. | |
| 1424 | κλέψει | Ρήμα | /ˈkle.psi/ | θα κλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω. |
| 1425 | υπέρ | Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση | /iˈper/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1426 | παράνομο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /paˈɾa.no.mo/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παράνομος. |
| 1427 | ακούσουμε | Ρήμα | θα ακούσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω. | |
| 1428 | μονάδες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάδα. | |
| 1429 | σύλληψη | Ουσιαστικό | η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο. | |
| 1430 | φυσική | Ουσιαστικό, Επίθετο | /fi.siˈci/ | η επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα και τους νόμους που τα διέπουν. |
| 1431 | εμφάνιση | Ουσιαστικό | /eɱˈfa.ni.si/ | η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν. |
| 1432 | διαφορετικές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορετική. | |
| 1433 | τηλεφώνησα | Ρήμα | /ti.leˈfo.ni.sa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ. |
| 1434 | ετοιμαστείτε | Ρήμα | θα ετοιμαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζομαι. | |
| 1435 | κυριολεκτικά | Επίθετο, Επίρρημα | /ciɾiolektiˈka/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριολεκτικό. |
| 1436 | διανομή | Ουσιαστικό | /ðʝanoˈmi/ | distribution, distro: ομάδα διαφορετικών συνεργαζόμενων προγραμμάτων (λογισμικό) που παραδίδονται στον τελικό χρήστη σαν… |
| 1437 | ανακάλυψε | Ρήμα | /a.naˈka.li.pse/ | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω. |
| 1438 | συνταγματάρχη | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνταγματάρχης. | |
| 1439 | οργή | Ουσιαστικό | /orˈʝi/ | έντονος θυμός που προκαλείται από κάτι δυσάρεστο και εκδηλώνεται με επιθετικότητα και εκδικητική συμπεριφορά. |
| 1440 | Τίνος | Ουσιαστικό, Αντωνυμία | /ˈtinos/ | γενική ενικού του τις. |
| 1441 | ποδήλατο | Ουσιαστικό | /poˈði.la.to/ | όχημα, κυρίως δίτροχο, που κινεί ο αναβάτης με τα πόδια του, δίνοντας ώθηση στα πετάλια. |
| 1442 | κέρδισες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω. | |
| 1443 | δουλέψεις | Ρήμα | θα δουλέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω. | |
| 1444 | αντίδραση | Ουσιαστικό | /anˈdiðɾasi/ | αμφίδρομη επίδραση ενός χημικού στοιχείου σε άλλο (και δημιουργία χημικής ένωσης). |
| 1445 | κίνδυνος | Ουσιαστικό | /ˈcinðinos/ | οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών). |
| 1446 | προκαλέσει | Ρήμα | θα προκαλέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκαλώ. | |
| 1447 | σινεμά | Ουσιαστικό | /si.neˈma/ | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). |
| 1448 | χτυπήσεις | Ρήμα | θα χτυπήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ. | |
| 1449 | συνεργασία | Ουσιαστικό | η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνεργάζομαι. | |
| 1450 | τηλέφωνα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλέφωνο. | |
| 1451 | φυλή | Ουσιαστικό | /fiˈli/ | πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά. |
| 1452 | πλοία | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοίο. | |
| 1453 | προφανές | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προφανής. | |
| 1454 | τράβηξε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ. | |
| 1455 | μηδέν | Επίθετο, Αντωνυμία | /miˈðen/ | ο αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά… |
| 1456 | χάνουμε | Ρήμα | /ˈxa.nu.me/ | πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χάνω. |
| 1457 | ζάχαρη | Ουσιαστικό | /ˈza.xa.ɾi/ | κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C₁₂H₂₂Ο₁₁). Παράγεται από ζαχαρότευτλ… |
| 1458 | εισαγγελέα | Ουσιαστικό | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Εισαγγελέας. | |
| 1459 | πλάσματα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάσμα. | |
| 1460 | λογικά | Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα | /[lɔʝiˈka]/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λογικός. |
| 1461 | στιγμής | Ουσιαστικό | genitive singular of στιγμή (stigmí). | |
| 1462 | ασθένεια | Ουσιαστικό | /[asˈθɛnia]/ | η διαταραχή της κανονικής λειτουργίας ενός ζωντανού οργανισμού. |
| 1463 | χαριτωμένο | Ρήμα | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαριτωμένος. | |
| 1464 | απαιτεί | Ρήμα | ||
| 1465 | εννοείται | Ρήμα, Επιφώνημα | /e.noˈi.te/ | γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής (εννοούμαι) του εννοώ. |
| 1466 | κατάλληλο | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατάλληλος. | |
| 1467 | έκλεψες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω. | |
| 1468 | έλλειψη | Ουσιαστικό | /ˈe.li.psi/ | κλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της… |
| 1469 | εγγύηση | Ουσιαστικό | /eŋˈɟi.i.si/ | γραπτή απόδειξη καλής λειτουργίας ή ποιότητας ενός πωλουμένου αγαθού. |
| 1470 | συνεργάτη | Ουσιαστικό | genitive/accusative/vocative singular of συνεργάτης (synergátis). | |
| 1471 | φωνάξω | Ρήμα | θα φωνάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φωνάζω. | |
| 1472 | έρευνας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του έρευνα. | |
| 1473 | υπογραφή | Ουσιαστικό | /i.po.ɣɾaˈfi/ | το πλήθος (η τάξη) και ο τύπος των παραμέτρων, που δηλώνονται στην επικεφαλίδα μιάς συνάρτησης ή μεθόδου. Καλείται υπογρ… |
| 1474 | δευτερόλεπτο | Ουσιαστικό | /ðe.fteˈɾo.le.pto/ | μονάδα μέτρησης του χρόνου, το ένα εξηκοστό του λεπτού. |
| 1475 | ημέρας | Ουσιαστικό | γενική ενικού του ημέρα. | |
| 1476 | ακούσετε | Ρήμα | θα ακούσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω. | |
| 1477 | ντιν | Ουσιαστικό, Επιφώνημα | επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο). | |
| 1478 | γείτονες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γείτονας. | |
| 1479 | συνειδητοποίησα | Ρήμα | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ. | |
| 1480 | στούντιο | Ουσιαστικό | /ˈstu.di.o/ | χώρος με κατάλληλη διαρρύθμιση, διαμόρφωση και εξοπλισμό, όπου γίνεται κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση. |
| 1481 | ανάλυση | Ουσιαστικό | /aˈnalisi/ | η μέθοδος μελέτης ενός αντικειμένου ή προβλήματος χρησιμοποιώντας το διαχωρισμό του σε επιμέρους τμήματα. |
| 1482 | δίσκο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του δίσκος. | |
| 1483 | ικετεύω | Ουσιαστικό, Ρήμα | /i.ceˈte.vo/ | (Ουσιαστικό). |
| 1484 | τροφή | Ουσιαστικό | /tɾoˈfi/ | ουσία που καταναλώνεται από ένα οργανισμό για να διατηρηθεί αυτός στη ζωή. |
| 1485 | φαντάζεσαι | Ρήμα | /fanˈda.ze.se/ | |
| 1486 | ερωτευμένη | Ρήμα | /e.ɾo.tevˈme.ni/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτευμένος. |
| 1487 | ροκ | Ουσιαστικό | είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς. | |
| 1488 | χάλασε | Ρήμα | β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ. | |
| 1489 | φιλία | Ουσιαστικό | /fiˈʎa/ | ο πνευματικός και συναισθηματικός δεσμός που ενώνει μεταξύ τους δύο ή περισσότερα άτομα και βασίζεται στην αμοιβαία αγάπ… |
| 1490 | έλειψες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω. | |
| 1491 | επεισόδια | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεισόδιο. | |
| 1492 | περιστατικό | Ουσιαστικό, Επίθετο | το γεγονός, το συμβάν, το επεισόδιο. | |
| 1493 | μέσο | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈme.so/ | neuter nominative/accusative/vocative singular. |
| 1494 | χρειάστηκε | Ρήμα | /xɾiˈa.sti.ce/ | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι. |
| 1495 | ελεύθεροι | Επίθετο | ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεύθερος. | |
| 1496 | σπουδαίος | Επίθετο | /spuˈðe.os/ | σημαντικός, εξαιρετικός. |
| 1497 | αμοιβή | Ουσιαστικό | /a.miˈvi/ | το χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος επειδή ολοκλήρωσε μια εργασία για λογαριασμό άλλου (ο όρος αναφέρεται τόσο σε σχέσ… |
| 1498 | έψαξα | Ρήμα | /ˈe.psa.ksa/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω. |
| 1499 | έρημο | Ουσιαστικό, Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έρημος. | |
| 1500 | ικανότητες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανότητα. | |
| 1501 | βάρδια | Ουσιαστικό | /ˈvaɾ.ði.a/ | η εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό… |
| 1502 | υποσχέθηκες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι. | |
| 1503 | μοναδικός | Επίθετο | /mo.na.ðiˈkos/ | που υπάρχει ή συμβαίνει μόνο μία φορά. |
| 1504 | πιάσαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω. | |
| 1505 | επικίνδυνη | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικίνδυνος. | |
| 1506 | πιάνεις | Ρήμα | ||
| 1507 | παρακολουθώ | Ρήμα | /pa.ɾa.ko.luˈθo/ | βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες. |
| 1508 | λέγατε | Ρήμα | ||
| 1509 | γιορτάσουμε | Ρήμα | θα γιορτάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γιορτάζω. | |
| 1510 | τελείωσαν | Ρήμα | /ˈte.ʎo.san/ | γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του τελειώνω. |
| 1511 | περισσότερους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισσότερος. | |
| 1512 | αντικείμενα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικείμενο. | |
| 1513 | κυνηγάει | Ρήμα | /ci.niˈɣa.i/ | |
| 1514 | καλέσουμε | Ρήμα | θα καλέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ. | |
| 1515 | κύκλο | Ουσιαστικό | αιτιατική ενικού του κύκλος. | |
| 1516 | καταλάβατε | Ρήμα | /ka.taˈla.va.te/ | β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω. |
| 1517 | πρώτον | Επίρρημα | σε πρώτη θέση, πριν απ' όλα. | |
| 1518 | άμαξα | Ουσιαστικό | /ˈa.ma.ksa/ | γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμαξάς. |
| 1519 | βολή | Ουσιαστικό | /voˈli/ | η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά τ… |
| 1520 | περιβάλλον | Ουσιαστικό, Ρήμα | το υλικό (hardware), το λογισμικό (software) και οι αντίστοιχες παραμετροποιήσεις τους σε ένα υπολογιστικό σύστημα. | |
| 1521 | θυμηθώ | Ρήμα | θα θυμηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμάμαι. | |
| 1522 | τελείωσες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω. | |
| 1523 | παλιός | Ουσιαστικό, Επίθετο | /paˈʎos/ | που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο… |
| 1524 | προειδοποίηση | Ουσιαστικό | /pɾo.i.ðoˈpi.i.si/ | η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προειδοποιώ. |
| 1525 | οδηγήσω | Ρήμα | θα οδηγήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος οδηγώ. | |
| 1526 | ντόνα | Ουσιαστικό | γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ντόνας). | |
| 1527 | νερά | Ουσιαστικό | /neˈɾa/ | εσωτερικές ραβδώσεις ή κυματισμοί, που οφείλονται στην ύπαρξη διαφορετικής πυκνότητας υλικού. |
| 1528 | νύχτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύχτα. | |
| 1529 | συμβουλές | Ουσιαστικό | /siɱ.vuˈles/ | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλή. |
| 1530 | δεχτώ | Ρήμα | θα δεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι. | |
| 1531 | λέγαμε | Ρήμα | ||
| 1532 | βρέθηκαν | Ρήμα | ||
| 1533 | συλλογή | Ουσιαστικό | /si.loˈʝi/ | τα συστηματικά συγκεντρωμένα ομοειδή πράγματα. |
| 1534 | συνέπειες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέπεια. | |
| 1535 | έβλεπε | Ρήμα | /ˈe.vle.pe/ | |
| 1536 | έσκασε | Ρήμα | γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω. | |
| 1537 | πεθαίνω | Ρήμα | /[peˈθeno]/ | φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής. |
| 1538 | δείξουμε | Ρήμα | θα δείξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω. | |
| 1539 | πάντοτε | Ουσιαστικό, Επίρρημα | /ˈpan.do.te/ | (Ουσιαστικό). |
| 1540 | εξέλιξη | Ουσιαστικό | /eˈkse.li.ksi/ | οι διαδοχικές αλλαγές που επιφέρουν μεταμόρφωση ή μετασχηματισμό. |
| 1541 | παράθυρα | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράθυρο. | |
| 1542 | φαντάστηκα | Ρήμα | /fanˈdastika/ | α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι. |
| 1543 | Χαμένος | Ουσιαστικό, Ρήμα | /xaˈme.nos/ | που έχει χαθεί, που δεν ξέρουμε πού βρίσκεται και δεν μπορούμε να τον βρούμε. |
| 1544 | πίνει | Ρήμα | /ˈpi.ni/ | |
| 1545 | γνώριζε | Ρήμα | /ˈɣno.ɾi.ze/ | |
| 1546 | μαγικό | Επίθετο | ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαγικός. | |
| 1547 | καλύτερους | Επίθετο | αιτιατική πληθυντικού του καλύτερος. | |
| 1548 | λογαριασμούς | Ουσιαστικό | αιτιατική πληθυντικού του λογαριασμός. | |
| 1549 | ώσπου | Επίρρημα, Σύνδεσμος | /ˈo.spu/ | by the time, when. |
| 1550 | μάθαμε | Ρήμα | α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω. | |
| 1551 | προσπάθησες | Ρήμα | β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ. | |
| 1552 | στρατόπεδο | Ουσιαστικό | /stɾaˈto.pe.ðo/ | εγκατάσταση, μόνιμη ή παροδική, που στεγάζει μία ή περισσότερες στρατιωτικές μονάδες. |
| 1553 | κλεφτής | Ουσιαστικό, Επίθετο | /ˈkle.ftis/ | μέλος ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Τούρκους. |
| 1554 | πατάτες | Ουσιαστικό | ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατάτα. |