HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Greek Dictionary
CEFR Level
B1

Greek — Intermediate Vocabulary

1,554 words

Can understand the main points of clear standard input on familiar matters.

# Word Type IPA Definition
1 βγάλει Ρήμα θα βγάλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγάζω.
2 κοίταξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω.
3 προσπάθεια Ουσιαστικό /pɾoˈspa.θi.a/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προσπαθώ.
4 κρατήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράτηση.
5 εμπιστοσύνη Ουσιαστικό /em.bi.stoˈsi.ni/ το να πιστεύεις ότι κάποιος έχει ορισμένες ικανότητες, ιδιότητες ή αρετές και να μπορείς να στηριχτείς πάνω του.
6 χωριό Ουσιαστικό /xoɾˈʝo/ οικισμός που αποτελείται από λίγα σπίτια και κατοίκους λιγότερους από αυτούς της πόλης και της κωμόπολης.
7 φάω Ρήμα θα φάω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρώω.
8 παράδειγμα Ουσιαστικό /paˈɾa.ðiɣ.ma/ απόδειξη, γεγονός ή επιχείρημα που χρησιμεύει ως απόδειξη.
9 χάσεις Ρήμα θα χάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω.
10 σταθμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του σταθμός.
11 έτοιμο Επίθετο /ˈe.ti.mo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έτοιμος.
12 πιθανότητα Ουσιαστικό /piθaˈnotita/ μέτρο πραγματοποίησης ενός ενδεχομένου• ποσοστό ισχύος της δυνητικότητας πραγμάτωσης. Η πιθανότητα είναι 1 αν θα συμβεί…
13 περαστέ Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του περαστός.
14 ποιόν Ουσιαστικό /piˈon/ οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος (στις τέχνες και στις επιστήμες).
15 ολόκληρο Ουσιαστικό, Επίθετο νότα διάρκειας τεσσάρων χρόνων.
16 τόση Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία /ˈtosi/ nominative/accusative feminine singular of τόσος (tósos).
17 Αγαπητή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπητός.
18 φοράς Ουσιαστικό, Ρήμα γενική ενικού του φόρα.
19 εμπειρία Ουσιαστικό /e(m)biˈɾia/ η γνώση που αποκτιέται μέσα από βιώματα.
20 εργαστήριο Ουσιαστικό /erɣaˈstirjo/ δράση ή σειρά δράσεων εκπαιδευτικού ή βιωματικού χαρακτήρα, συνήθως σύντομης διάρκειας, με έμφαση στην αλληλεπίδραση μετ…
21 στολή Ουσιαστικό /stoˈli/ το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλ…
22 υπεύθυνος Ουσιαστικό, Επίθετο /iˈpefθinos/ (Ουσιαστικό).
23 ιστορίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορία.
24 ευτυχισμένη Ρήμα, Επίθετο nominative/accusative/vocative feminine singular of ευτυχισμένος (eftychisménos).
25 αποκλείεται Ρήμα /apoˈkliete/ γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποκλείομαι, παθητικής φωνής του αποκλείω.
26 περνάει Ρήμα /peɾˈna.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του περνάω.
27 τοίχο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τοίχος.
28 σόου Ουσιαστικό /sou/ παραγωγή στην τηλεόραση ή τον κινηματογράφο με εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, μπαλέτα και τραγούδια.
29 βρίσκονται Ρήμα
30 Μπέις Ουσιαστικό, Ρήμα θα μπεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω.
31 έπαθε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω.
32 πραγματική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματικός.
33 περάσουμε Ρήμα θα περάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ.
34 φώτα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φως.
35 χρυσό Ουσιαστικό, Επίθετο /xɾiˈso/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χρυσός.
36 περισσότεροι Επίθετο nominative/vocative masculine plural of περισσότερος (perissóteros).
37 θείος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈθi.os/ άλλη μορφή του θείος.
38 πρόταση Ουσιαστικό /ˈpɾo.ta.si/ μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά απο λέξεις με κεντρικό χαρακτηριστικό ένα ρήμα.
39 σκεφτείς Ρήμα θα σκεφτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι.
40 ηλίθιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ηλίθιος.
41 πρόσβαση Ουσιαστικό το πλησίασμα.
42 λεωφορείο Ουσιαστικό /le.o.foˈɾi.o/ αυτοκινούμενο όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών.
43 πάτερ Ουσιαστικό /ˈpa.teɾ/ άκλιτο: πατέρας στην έκφραση:.
44 γλυκέ Επίθετο κλητική ενικού του γλυκός.
45 κλείσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω.
46 βάρος Ουσιαστικό /ˈva.ros/ το φυσικό μέγεθος που μετριέται με το δυναμόμετρο και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητα…
47 τύποι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύπος.
48 γυρίσουμε Ρήμα θα γυρίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυρίζω.
49 έχασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω.
50 τρύπα Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈtɾi.pa/ κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα.
51 σεβασμό Ουσιαστικό /se.vaˈzmo/ αιτιατική ενικού του σεβασμός.
52 γεύμα Ουσιαστικό /ˈʝev.ma/ η τροφή που καταναλώνει κάποιος σε τακτά διαστήματα της ημέρας.
53 αλλάξω Ρήμα θα αλλάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω.
54 ζω Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈzo/ κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια.
55 κλήση Ουσιαστικό /ˈkli.si/ η εντολή σε πρόγραμμα που καλεί για εκτέλεση ένα υποπρόγραμμα (ή συνάρτηση), διαβιβάζει σε αυτό τις πραγματικές παραμέτρ…
56 ζήσει Ρήμα /ˈzi.si/ θα ζήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω.
57 υπόλοιπα Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter plural of υπόλοιπος (ypóloipos).
58 ζεις Ρήμα /ˈzis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ζω.
59 δίκη Ουσιαστικό /ˈði.ci/ γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Δίκης).
60 προτιμώ Ρήμα /pɾo.tiˈmo/ δείχνω την προτίμησή μου ή πάντως αισθάνομαι προτίμηση για κάτι, επιλέγω μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων, ειδών, ανθρώπων…
61 Μπα Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈba/ εκφράζει άρνηση, χωρίς όμως να υπάρχει απόλυτη σιγουριά.
62 δίκαιο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈði.ce.o/ σύνολο κανόνων γραπτών (νομοθεσία) ή άγραφων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή, τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, τις σχέσεις με…
63 εννοούσα Ρήμα
64 διαδικασία Ουσιαστικό /ði.a.ði.kaˈsi.a/ η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ί…
65 κυβερνήτη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κυβερνήτης.
66 μερικούς Επίθετο, Αντωνυμία αιτιατική πληθυντικού του μερικός.
67 τω Άρθρο monotonic form of τῷ (tôi), masculine/neuter dative singular of ὁ (o).
68 παραλίγο Επίρρημα /paɾaˈliɣo/ σε πολύ μικρή (χρονική) απόσταση από κάτι κακό ή ανεπιθύμητο, το οποίο όμως δεν συνέβη.
69 πάθει Ρήμα θα πάθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παθαίνω.
70 φέρνει Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈfeɾ.ni/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω.
71 βγεις Ρήμα θα βγεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω.
72 πνεύμα Ουσιαστικό /ˈpnev.ma/ διακριτικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής το οποίο δεν υποδεικνύει τη συλλαβή τονισμού αλλά στην αρχαιότητα πιθανό…
73 γκέι Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈɟei/ gay (of, or concerning homosexuals).
74 υπολογιστή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπολογιστής.
75 βοηθήσουμε Ρήμα θα βοηθήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ.
76 ζήσω Ουσιαστικό, Ρήμα θα ζήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω.
77 καπέλο Ουσιαστικό /kaˈpe.lo/ εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι γι…
78 επεισόδιο Ουσιαστικό /e.piˈso.ði.o/ ένα από τα "επικά" μέρη της αρχαίας τραγωδίας, όπου εκτυλίσσεται η δράση μέσα από το διάλογο των ηρώων.
79 Αληθινή Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αληθινός.
80 σώσει Ρήμα /ˈso.si/ θα σώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω.
81 γέφυρα Ουσιαστικό /ˈʝefira/ οτιδήποτε διευκολύνει την προσέγγιση και την επικοινωνία ανθρώπων, ομάδων, κρατών κλπ. μεταξύ τους και συντελεί στην άμβ…
82 σημαντική Ουσιαστικό, Επίθετο /si.man.diˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαντικός.
83 άρρωστος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈa.ɾo.stos/ που δεν είναι καλά στην υγεία του.
84 κοριτσάκι Ουσιαστικό μικρό κορίτσι.
85 μεγάλε Επίθετο, Επιφώνημα κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μεγάλος.
86 μίλησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ.
87 εστιατόριο Ουσιαστικό /e.sti.aˈto.ɾi.o/ κατάστημα (ή μέρος που ανήκει σε μεγαλύτερο χώρο: πλοίο, τρένο κ.λπ.) όπου παρασκευάζονται και σερβίρονται φαγητά, ποτά…
88 συνεχώς Ουσιαστικό, Επίρρημα /si.neˈxos/ (Ουσιαστικό).
89 συμπεριφορά Ουσιαστικό /simbeɾifoˈɾa/ οι χαρακτηριστικές ενέργειες ενός ατόμου, ο τρόπος αντίδρασής του σε συγκεκριμένα εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα.
90 εργασία Ουσιαστικό /eɾ.ɣaˈsi.a/ η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην πα…
91 σκοτώθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι.
92 δικούς Επίθετο, Αντωνυμία accusative masculine plural of δικός (dikós).
93 Χα Ουσιαστικό, Επιφώνημα, Φράση ηχομιμητική λέξη που μιμείται το γέλιο (συνήθως επαναλαμβανόμενη).
94 κατάφερες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω.
95 πάτωμα Ουσιαστικό η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο.
96 λουλούδια Ουσιαστικό /lu.luˈðʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδι.
97 γάμος Ουσιαστικό /ˈɣamos/ η αναγνωρισμένη από το νόμο συμβίωση δύο ανθρώπων, που έχει γίνει μετά από σύμφωνη με τη νομοθεσία διαδικασία.
98 αίματος Ουσιαστικό γενική ενικού του αίμα.
99 πτήση Ουσιαστικό /ˈpti.si/ η ενέργεια του πετώ, το πέταγμα στον αέρα (όχι η ρίψη αντικειμένου ή ανθρώπου, το πέταμα δηλαδή, που έχει άλλη ρίζα και…
100 ειρήνη Ουσιαστικό /iˈri.ni/ γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Ειρήνης).
101 σταμάτησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ.
102 ρολόι Ουσιαστικό /ɾoˈlo.i/ κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ.
103 ξύπνα Ρήμα β' ενικό προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος ξυπνώ.
104 αποτέλεσμα Ουσιαστικό /a.poˈte.le.zma/ η ετυμηγορία για την κατάληξη μιας εξεταστικής (ή άλλης) διαδικασίας (ανακοίνωση επιτυχώντων και αποτυχώντων).
105 έμεινε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω.
106 βλέπουμε Ρήμα /ˈvle.pu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω.
107 σκεφτεί Ρήμα /sceˈfti/ γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του σκέφτομαι.
108 στόχος Ουσιαστικό αυτό που θέλει κάποιος να συνατήσει η ρίψη του.
109 πήραμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω.
110 έμαθες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω.
111 φαίνονται Ρήμα
112 δουλέψει Ρήμα θα δουλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω.
113 δέντρο Ουσιαστικό /ˈðen.dro/ αφηρημένος τύπος δεδομένων, με ιεραρχική δομή, όπου κάθε κόμβος έχει μηδέν ή περισσότερους κόμβους ως παιδιά.
114 Καινούργιο Ουσιαστικό, Επίθετο /ceˈnuɾ.ʝo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καινούργιος.
115 τελειώσω Ρήμα θα τελειώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω.
116 καθιστέ Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του καθιστός.
117 δίκια Ουσιαστικό, Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκιο.
118 ζώνη Ουσιαστικό /ˈzo.ni/ δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μα…
119 μερικοί Επίθετο, Αντωνυμία /meɾiˈci/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερικός.
120 φταίω Ρήμα /[ˈfteo]/ είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό.
121 ζωντανό Ουσιαστικό, Επίθετο ανόητος, χαζός.
122 μοίρα Ουσιαστικό /ˈmira/ μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °).
123 σκοτάδι Ουσιαστικό /skoˈta.ði/ η περίοδος όπου κυριαρχεί ο φόβος, η δουλεία.
124 γωνία Ουσιαστικό /ɣoˈni.a/ το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες.
125 επέστρεψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω.
126 δόντια Ουσιαστικό /ˈðon.dʝa/ το σημάδι / αποτύπωμα που μένει όταν κάποιος δαγκώνει κάτι.
127 έπιασα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
128 σπίτια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίτι.
129 σκυλί Ουσιαστικό /sciˈli/ σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες.
130 χρώμα Ουσιαστικό /ˈxɾoma/ ένα φυσικό χαρακτηριστικό των υλικών σωμάτων που εξαρτάται από το ποια μήκη κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ανταν…
131 αγαπημένο Ουσιαστικό, Ρήμα /aɣapiˈmeno/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγαπημένος.
132 φόρεμα Ουσιαστικό /ˈfo.ɾe.ma/ φουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφ…
133 λεπτομέρειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτομέρεια.
134 επιπλέον Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα /epiˈpleon/ (Ουσιαστικό).
135 ρώτησα Ρήμα /ˈɾo.ti.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ.
136 συνέντευξη Ουσιαστικό /siˈnen.def.ksi/ διαδικασία κατά την οποία ένας δημοσιογράφος θέτει ερωτήσεις προφορικά σε κάποιον για να μάθει την άποψή του για διάφορα…
137 ταινίες Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταινία.
138 φτάσουμε Ρήμα θα φτάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω.
139 επίπεδο Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈpi.pe.ðo/ η λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει.
140 ήσυχο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ήσυχος.
141 περισσότερες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του περισσότερος.
142 παίξουμε Ρήμα θα παίξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω.
143 έβαλες Ρήμα /ˈe.va.les/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω.
144 μπουκάλι Ουσιαστικό /buˈka.li/ δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου…
145 δολοφονία Ουσιαστικό ο φόνος ανθρώπου που διαπράττεται λόγω εγκληματικής αμέλειας ή αδιαφορίας για την αξία της ζωής.
146 μπορέσω Ρήμα θα μπορέσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ.
147 ξεχάσω Ρήμα θα ξεχάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ.
148 μαλάκας Ουσιαστικό /maˈlakas/ ο βλάκας, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο.
149 χρειαστείς Ρήμα θα χρειαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι.
150 επιτυχία Ουσιαστικό /e.pi.tiˈçi.a/ η πραγματοποίηση στόχου.
151 εξετάσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /e.kseˈta.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέταση.
152 χαρτί Ουσιαστικό /xaɾˈti/ λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά το…
153 προστασία Ουσιαστικό /pɾo.staˈsi.a/ η φύλαξη ή απομάκρυνση από τον κίνδυνο.
154 αδελφό Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ðelˈfo/ αιτιατική ενικού του αδελφός.
155 παράσταση Ουσιαστικό η από τον νόμο σωστή εμφάνιση (παρουσία ή/και ντύσιμο) δημοσίου ή ιδιωτικού υπαλλήλου-λειτουργού.
156 χάσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω.
157 αρχίσουμε Ρήμα θα αρχίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω.
158 κλείσω Ρήμα θα κλείσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω.
159 σκληρό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκληρός.
160 πορεία Ουσιαστικό η κίνηση ενός οχήματος, σκάφους ή εναέριου μέσου προς μια κατεύθυνση.
161 ενάντια Επίθετο, Επίρρημα /eˈnandia/ nominative/accusative/vocative neuter plural of ενάντιος (enántios).
162 έκλεψε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω.
163 πολέμου Ουσιαστικό γενική ενικού του πόλεμος.
164 οποιαδήποτε Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οποιοσδήποτε.
165 πληρώσω Ρήμα θα πληρώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω.
166 κουβέντα Ουσιαστικό /kuˈven.da/ συζήτηση που δεν έχει επίσημο χαρακτήρα ή συγκεκριμένο θέμα.
167 έμαθε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω.
168 ρίξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρίχνω.
169 συμβουλή Ουσιαστικό /siɱ.vuˈli/ η γνώμη ή η άποψη που διατυπώνει ένα άτομο, συνήθως με περισσότερες γνώσεις ή εμπειρία, προς κάποιο άλλο λιγότερο έμπειρ…
170 βόρεια Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βόρειος.
171 λόγους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του λόγος.
172 καθαρά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρό.
173 ιδιαίτερα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /iðiˈeteɾa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιδιαίτερος.
174 όνειρα Ουσιαστικό /[ˈɔnira]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όνειρο.
175 ακρίβεια Ουσιαστικό /aˈkri.vi.a/ η ιδιότητα του «ακριβός»: το να πουλιούνται προϊόντα ή να παρέχονται υπηρεσίες πολύ ακριβά, με μεγάλο κόστος.
176 εξάλλου Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈe.ksa.lu/ (Ουσιαστικό).
177 κατευθείαν Ουσιαστικό, Επίρρημα /ka.teˈfθi.an/ (Ουσιαστικό).
178 αλλάζει Ρήμα
179 πιάσουμε Ρήμα θα πιάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω.
180 αφήνω Ρήμα /aˈfi.no/ χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα.
181 χρησιμοποίησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ.
182 τέτοιες Αντωνυμία nominative/accusative/vocative feminine plural of τέτοιος (tétoios).
183 πιστεύουμε Ρήμα /piˈste.vu.me/
184 ευθύνη Ουσιαστικό /eˈfθi.ni/ η υποχρέωση εκπλήρωσης των καθηκόντων και λογοδοσίας ή απολογίας για τις σχετικές ενέργειες.
185 μιλάτε Ρήμα
186 ματ Ουσιαστικό, Επίθετο, Φράση /mat/ αστυνομικές ομάδες καταστολής διαδηλώσεων και ταραχών.
187 ΚΑΤ Ουσιαστικό, Φράση /ˈkat/ νοσοκομείο της Αθήνας στην Κηφισιά, με εξειδίκευση σε τραυματολογικά και ορθοπαιδικά περιστατικά.
188 μητέρας Ουσιαστικό γενική ενικού του μητέρα.
189 πουλί Ουσιαστικό /puˈli/ μικρό αντικείμενο σε σχήμα δίσκου, εξάρτημα παιχνιδιών, που χρησιμοποιείται από τους παίκτες του παιχνιδιού, μετακινώντα…
190 εφημερίδα Ουσιαστικό /e.fi.meˈri.ða/ περιοδική, συνήθως ημερήσια, έντυπη έκδοση που περιέχει τρέχοντα γεγονότα, διάφορα σχόλια, ποικίλες πληροφορίες, ανταποκ…
191 ελευθερία Ουσιαστικό /e.le.fθeˈɾi.a/ η απουσία εξαναγκασμού και καταπίεσης και κάθε επιμέρους δικαίωμα που αυτή συνεπάγεται.
192 κυρίως Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ciˈɾi.os/ ανδρικό επώνυμο.
193 τηλεφώνημα Ουσιαστικό η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τηλεφωνώ.
194 κόπο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κόπος.
195 διαταγές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταγή.
196 πολιτική Ουσιαστικό, Επίθετο το σύνολο των δράσεων και των ιδεών που σχετίζονται με τα δημόσια πράγματα, τη διακυβέρνηση μιας πόλης, ενός κράτους.
197 σκύλο Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
198 ηλίθιε Επίθετο κλητική ενικού του ηλίθιος.
199 γυναίκας Ουσιαστικό /ʝi.neˈkas/ που ενδιαφέρεται υπερβολικά για τις γυναίκες, που τις φλερτάρει συνεχώς και επιχειρεί μόνιμα την ερωτική επαφή μαζί τους.
200 συμβούλιο Ουσιαστικό /siɱˈvu.li.o/ συνάθροιση ατόμων, που έχουν οριστεί ή εκλεγεί, προκειμένου να αποφασίσουν, μετά από συζήτηση, για διάφορα θέματα.
201 δύσκολα Επίθετο, Επίρρημα /ˈðiskola/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δύσκολος.
202 φάντασμα Ουσιαστικό /ˈfan.da.zma/ το πνεύμα ενός νεκρού που εμφανίζεται στους ζωντανούς.
203 φάνηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι.
204 καριέρα Ουσιαστικό /kaˈɾʝe.ɾa/ η επαγγελματική ή καλλιτεχνική σταδιοδρομία.
205 επικεφαλής Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /e.pi.ce.faˈlis/ κατέχοντας την αρχηγική, ηγετική, κυβερνητική ή/και καθοδηγητική θέση, στην πρώτη θέση ή σειρά.
206 υπήρξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω.
207 άλογα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈa.lo.ɣa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άλογο) του άλογος.
208 κλαρκ Ουσιαστικό /ˈklaɾk/ περονοφόρο όχημα ανύψωσης φορτίου.
209 παίζω Ρήμα /ˈpe.zo/ δεν είμαι σταθερά προσαρμοσμένος στη θέση μου, αλλά μπορώ να κινηθώ ελαφρά γύρω από αυτήν, πάω πέρα δώθε.
210 λευκό Ουσιαστικό, Επίθετο /lefˈko/ το λευκό ψηφοδέλτιο αυτό με το οποίο ο ψηφοφόρος δεν δηλώνει προτίμηση για κανέναν υποψήφιο ή συνδυασμό.
211 γάμου Ουσιαστικό γενική ενικού του γάμος.
212 χαρούμενη Ρήμα /xaˈɾu.me.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρούμενος.
213 αποτελέσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτέλεσμα.
214 Σωσώ Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈso.so/ θα σώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω.
215 πρόσφατα Επίθετο, Επίρρημα στο κοντινό παρελθόν.
216 γράφει Ρήμα
217 εγκλήματος Ουσιαστικό γενική ενικού του έγκλημα.
218 γαμώ Ρήμα /ɣaˈmo/ μορφή του γαμάω.
219 θύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύμα.
220 δείχνουν Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δείχνω.
221 πληρώσει Ρήμα θα πληρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πληρώνω.
222 πιθανότατα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /pi.θaˈno.ta.ta/ (Ουσιαστικό).
223 οκτώ Ουσιαστικό, Επίθετο /oˈkto/ το απόλυτο αριθμητικό (8) που ακολουθεί το επτά και προηγείται του εννιά.
224 νότια Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ˈno.ti.a/ nominative/accusative/vocative feminine singular of νότιος (nótios).
225 ξεχάσεις Ρήμα θα ξεχάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ.
226 παράλια Ουσιαστικό, Επίθετο /pa.ɾaˈli.a/ το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο.
227 κρίση Ουσιαστικό /ˈkɾi.si/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή.
228 στόχο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του στόχος.
229 έλεγαν Ρήμα
230 αστεία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα αστειευόμενος, όχι σοβαρά, στ' αστεία.
231 δαχτυλίδι Ουσιαστικό /ða.xtiˈli.ði/ το κόσμημα που έχει σχήμα κρίκου, συνήθως κατασκευασμένο από πολύτιμα υλικά, που φοριέται σε δάχτυλο του χεριού.
232 βάζω Ρήμα /ˈvazo/ συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας.
233 δολοφόνο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δολοφόνος.
234 υποθέσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα υποθέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υποθέτω.
235 τελευταίες Επίθετο /te.lefˈte.es/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελευταία.
236 μπούμε Ρήμα θα μπούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω.
237 στου Ουσιαστικό, Άρθρο /ˈstu/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
238 καταστροφή Ουσιαστικό /ka.ta.stroˈfi/ στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, η λύση της πλοκής.
239 πιθανό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιθανός.
240 αλλάξεις Ρήμα θα αλλάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω.
241 δυνατή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυνατός.
242 κερδίσει Ρήμα /cerˈði.si/ θα κερδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω.
243 βρήκατε Ρήμα /ˈvɾi.ka.te/ β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω.
244 πηγή Ουσιαστικό /piˈʝi/ καθεμιά από τις δύο μαλακές περιοχές στο κεφάλι του μωρού όπου τα οστά του κρανίου δεν είναι ενωμένα ακόμα πλήρως.
245 βρίσκομαι Ρήμα /ˈvɾi.sko.me/ εντοπίζομαι, γίνομαι αντιληπτός σε μια τοποθεσία ή κατάσταση.
246 θαυμάσια Επίθετο, Επίρρημα, Επιφώνημα πολύ ωραία, υπέροχα.
247 γράμματα Ουσιαστικό /ˈɣɾa.ma.ta/ ο οπισθότυπος ενός νομίσματος, που αναγράφει την αξία του.
248 τρομερό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρομερός.
249 γάλα Ουσιαστικό /[ˈɣala]/ θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά απ…
250 ταχύτητα Ουσιαστικό /taˈçitita/ διανυσματικό φυσικό μέγεθος που ισούται με την απόσταση που διανύει ένα κινούμενο σώμα στη μονάδα του χρόνου.
251 γύρισα Ρήμα /ˈʝi.ɾi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω.
252 μένεις Ρήμα
253 ελεύθερη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεύθερος.
254 καρέκλα Ουσιαστικό /kaˈɾe.kla/ έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη.
255 όσους Αντωνυμία /ˈo.sus/ αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όσος.
256 υπάρξει Ρήμα θα υπάρξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπάρχω.
257 διευθυντής Ουσιαστικό ο επικεφαλής μιας υπηρεσίας, αυτός που τη διευθύνει.
258 κάποιους Αντωνυμία accusative masculine plural of κάποιος (kápoios).
259 γνωρίσει Ρήμα θα γνωρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω.
260 απέναντι Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Πρόθεση /aˈpe.nan.di/ μπροστά σε (μεταφορικά), σε σχέση με.
261 απόδειξη Ουσιαστικό /aˈpo.ði.ksi/ χαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερο…
262 παίξω Ρήμα θα παίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω.
263 πανεπιστήμιο Ουσιαστικό /[pa.ne.piˈsti.mi.o]/ ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα· υποδιαιρείται σε σχολές όπου διδάσκονται διάφορες επιστήμες. Στην αναφορά σε τίτλο συγκεκρι…
264 αριθμός Ουσιαστικό /[ariθˈmos]/ έννοια που δηλώνει το πλήθος των πραγμάτων στα οποία αναφερόμαστε, μας εξυπηρετεί στους μαθηματικούς υπολογισμούς και τι…
265 έφυγα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω.
266 στήθος Ουσιαστικό /ˈstiθos/ το μπροστινό μέρος του κορμιού ανθρώπου ή ζώου κάτω από το λαιμό και πάνω από την κοιλιά, εξαιρώντας τα χέρια/πόδια.
267 χτύπημα Ουσιαστικό /ˈxti.pi.ma/ το άγγιγμα ή η κρούση κάποιου πράγματος με την ταυτόχρονη πρόκληση ήχου.
268 πάρκο Ουσιαστικό /ˈpaɾ.ko/ χώρος που έχει διαμορφωθεί με κήπους και δέντρα και τον επισκέπτονται άνθρωποι για ψυχαγωγικούς ή ερευνητικούς σκοπούς.
269 μνήμη Ουσιαστικό /ˈmnimi/ συνήθως η κεντρική μνήμη, αλλά μπορεί να αναφέρεται και σε οποιαδήποτε άλλη, από τον μικρό καταχωρητή (register) έως την…
270 τεράστια Επίθετο, Επίρρημα nominative/accusative/vocative feminine singular of τεράστιος (terástios).
271 δέρμα Ουσιαστικό /[ˈðɛɾma]/ το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε…
272 μένω Ρήμα /ˈme.no/ βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω.
273 συνεχίσω Ρήμα θα συνεχίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω.
274 πύλη Ουσιαστικό /ˈpi.li/ λογικό κύκλωμα ηλεκτρονικού υπολογιστή.
275 γελοίο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γελοίος.
276 είδαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω.
277 επιλογές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλογή.
278 παρόν Ουσιαστικό, Επίθετο /paˈɾon/ nominative/accusative/vocative neuter singular of παρών (parón).
279 μαγεία Ουσιαστικό /maˈʝi.a/ η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσι…
280 κουνήσου Ρήμα /kuˈni.su/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι.
281 διάβασα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω.
282 βρίσκεις Ρήμα
283 χαρούμενος Ουσιαστικό, Ρήμα /xaˈɾu.me.nos/ ανδρικό επώνυμο.
284 απλή Επίθετο /aˈpli/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλός.
285 τελείωσα Ρήμα /teˈli.o.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω.
286 στιγμές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγμή.
287 πυροβόλησε Ρήμα /pi.ɾoˈvo.li.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ.
288 φύση Ουσιαστικό /ˈfi.si/ ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται…
289 σφαίρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαίρα.
290 μονάδα Ουσιαστικό /moˈna.ða/ μονάδα μέτρησης• κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που έχει καθοριστεί συμβατικά για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσο…
291 ψέμα Ουσιαστικό /ˈpse.ma/ οτιδήποτε μάταιο, εφήμερο που δημιουργεί ψευδείς ελπίδες αλλά στο τέλος οδηγεί σε απογοήτευση.
292 σαββατοκύριακο Ουσιαστικό /sa.va.toˈciɾ.ʝa.ko/ κατά το χρονικό διάστημα από το Σάββατο έως τη Κυριακή.
293 κλείσει Ρήμα θα κλείσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλείνω.
294 έρθετε Ρήμα θα έρθετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι.
295 γνωρίσω Ρήμα θα γνωρίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω.
296 λάθη Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάθος.
297 ιδέες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδέα.
298 έξυπνο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έξυπνος.
299 αγορά Ουσιαστικό /aɣoˈra/ η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτ…
300 κάμερες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμερα.
301 χρειαστώ Ρήμα θα χρειαστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι.
302 φτάσαμε Ρήμα /ˈfta.sa.ne/ α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω.
303 οδηγεί Ρήμα
304 τρώει Ρήμα /ˈtɾo.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού ενεστώτα του τρώω.
305 πριγκίπισσα Ουσιαστικό /pɾiŋˈɟipisa/ η κόρη ενός βασιλιά.
306 μαύρη Ουσιαστικό, Επίθετο /maˈvɾi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαύρος.
307 τζιν Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈd͡zin/ παντελόνι από τέτοιο ύφασμα, κυρίως το λεγόμενο και μπλουτζίν.
308 εκδίκηση Ουσιαστικό /ekˈði.ci.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκδικούμαι, ανταπόδοση κακού.
309 γιά Αντωνυμία πολυτονική γραφή του για.
310 αεροδρόμιο Ουσιαστικό /a.e.ɾoˈðɾo.mi.o/ επίπεδη περιοχή στην ξηρά ή στο νερό με εγκαταστάσεις κι εξοπλισμό που εξυπηρετούν την προσγείωση, την απογείωση, τη φύλ…
311 κρέας Ουσιαστικό /ˈkreas/ άνθρωπος χωρίς ενσυναίσθηση ή συναίσθημα.
312 παίξει Ρήμα θα παίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω.
313 έστω Ρήμα, Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈe.sto/ για να δηλωθεί ότι κάτι ισχύει, υπάρχει.
314 κατάλληλη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάλληλος.
315 κατάφερε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω.
316 πιστέψεις Ρήμα θα πιστέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιστεύω.
317 βρε Επιφώνημα /ˈvɾe/ ανάλογα με τον τρόπο που λέγεται δηλώνει αντίστοιχα βρισιά, περιφρόνηση, θαυμασμό αλλά και οικειότητα όπως.
318 σκουπίδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπίδι.
319 προτού Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /pɾoˈtu/ (Ουσιαστικό).
320 καθαρό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθαρός.
321 θέματα Ουσιαστικό /ˈθe.ma.ta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέμα.
322 χτυπήσει Ρήμα θα χτυπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ.
323 φάρμακα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρμακο.
324 τύπου Ουσιαστικό γενική ενικού του τύπος.
325 βοηθός Ουσιαστικό /voi̯ˈθos/ που δουλεύει υπό τις οδηγίες κάποιου ιεραρχικά ανώτερου, που η εργασία του είναι δευτερεύουσα ή βοηθητική.
326 γάτα Ουσιαστικό /ˈɣa.ta/ κατοικίδιο τετράποδο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Έχει ευλύγιστο σώμα, στρογγυλό κεφάλι, μακρι…
327 μέλη Ουσιαστικό /ˈme.li/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλος.
328 απαίσιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απαίσιος.
329 ωστόσο Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /oˈsto.so/ (Ουσιαστικό).
330 νοιάζεται Ρήμα /ˈɲa.ze.te/ β΄ πρόσωπο ενικού παθητικού ενεστώτα - αποθετικό ρήμα νοιάζομαι.
331 φάση Ουσιαστικό /ˈfa.si/ καθεμιά από τις διαφορετικές (φωτεινές) όψεις της Σελήνης ή άλλων ουράνιων σωμάτων, όψεις που παρατηρούνται διαδοχικά κα…
332 ήρωας Ουσιαστικό μυθολογικό πρόσωπο που δεν είναι θεός και, συνήθως, ξεχωρίζει για την ανδρεία του.
333 ισχύει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ισχύω.
334 δικοί Επίθετο, Αντωνυμία nominative masculine plural of δικός (dikós).
335 πέφτει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πέφτω.
336 κρατάω Ρήμα /kɾaˈta.o/ ασυναίρετη μορφή του κρατώ.
337 καλοκαίρι Ουσιαστικό /ka.loˈce.ɾi/ η εποχή του έτους, μετά την άνοιξη και πριν το φθινόπωρο, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε υψηλότερη θέση στον ουρανό…
338 υπόλοιπο Ουσιαστικό, Επίθετο nominative/accusative/vocative neuter singular of υπόλοιπος (ypóloipos).
339 προτείνω Ουσιαστικό, Ρήμα /pɾoˈti.no/ (Ουσιαστικό).
340 εις Πρόθεση /[is]/ μονοτονική γραφή του εἰς: σε.
341 εντολή Ουσιαστικό /e(n).doˈli/ η εξουσιοδότηση για την εφαρμογή μιας πολιτικής, που παρέχεται από το σώμα των εκλεκτόρων ή από αυτόν που κατά το Σύνταγ…
342 έγραψε Ρήμα
343 ονομάζεται Ρήμα /o.noˈma.ze.te/
344 δρόμους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του δρόμος.
345 απαίσια Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαίσιος.
346 πεδίο Ουσιαστικό το καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής. Η τομή μιας γραμμής (row) και μιας στήλης (column) ενός πίνακα.
347 νόμο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του νόμος.
348 πήγαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω.
349 απειλή Ουσιαστικό ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του.
350 βάλτε Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο κλητική ενικού του βάλτος.
351 επιστρέφω Ρήμα /e.piˈstɾe.fo/ γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε.
352 πιθανότητες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανότητα.
353 γέρος Ουσιαστικό /ˈʝeɾos/ (οικείο ή μειωτικό ο πατέρας κάποιου.
354 σέξι Ουσιαστικό, Επίθετο (Ουσιαστικό).
355 θεωρία Ουσιαστικό /θeoˈria/ οι γενικές αρχές μιας επιστήμης ή μαθήματος που διδάσκονται ώστε ο σπουδαστής να μπορεί να επιλύσει αντίστοιχες ασκήσεις…
356 διασκέδαση Ουσιαστικό /ðʝaˈsce.ða.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω.
357 ευχαριστήσω Ρήμα θα ευχαριστήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ευχαριστώ.
358 εκατό Ουσιαστικό, Επίθετο /e.kaˈto/ το απόλυτο αριθμητικό (100) που ακολουθεί το ενενήντα εννέα και προηγείται του εκατόν ένα.
359 εκείνα Επίθετο, Αντωνυμία nominative/accusative/vocative neuter plural of εκείνος (ekeínos).
360 στάση Ουσιαστικό /[ˈstasi]/ ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης.
361 συναντήσω Ρήμα θα συναντήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ.
362 ζητάω Ρήμα /ziˈta.o/ λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου.
363 παίξεις Ρήμα θα παίξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω.
364 σημάδια Ουσιαστικό /siˈma.ðʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημάδι.
365 γεύση Ουσιαστικό /ˈʝefsi/ μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα των τροφών και των υγρών στο στόμα ανάλογα με το…
366 καθήκον Ουσιαστικό /kaˈθi.kon/ αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία…
367 στραβά Επίθετο, Επίρρημα /stɾaˈva/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στραβός.
368 αποθήκη Ουσιαστικό /a.poˈθi.ci/ χώρος (κτίριο ή μέρος κτιρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, όπως εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν…
369 πόση Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈpo.si/ η ενέργεια του ρήματος πίνω.
370 νίκη Ουσιαστικό /ˈni.ci/ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα.
371 σπουδαίο Επίθετο /spuˈðe.o/ σπουδαίος, στην αιτιατική του ενικού.
372 βγείτε Ρήμα θα βγείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βγαίνω.
373 οδό Ουσιαστικό /oˈðo/ accusative singular of οδός (odós).
374 κηδεία Ουσιαστικό /ci.ˈðia/ η θρησκευτική ή πολιτική τελετή που συνοδεύει την ταφή ενός νεκρού.
375 κούκλα Ουσιαστικό /ˈkukla/ τρόπος συσκευασίας νήματος για πλέξιμο ή ύφανση, είδος μακρόστενου κουβαριού τυλιγμένου σε μηχανή.
376 θείε Ουσιαστικό, Επίθετο vocative singular of θείος (theíos).
377 κατάφερα Ρήμα /kaˈta.fe.ɾa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω.
378 μετρητά Ουσιαστικό, Επίθετο τα ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα μιας οικονομικής μονάδας.
379 μεγάλες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μεγάλος.
380 αδύνατο Επίθετο /aˈði.na.to/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδύνατος.
381 ήσυχη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήσυχος.
382 ποτάμι Ουσιαστικό /poˈta.mi/ υποδηλώνει ότι ρέει μεγάλη ποσότητα από κάποιο υγρό.
383 όποιον Αντωνυμία /ˈo.pçon/ accusative masculine singular of όποιος (ópoios).
384 γράψω Ρήμα /ˈɣɾa.pso/ α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου (έγραψα) του γράφω.
385 πελάτης Ουσιαστικό /peˈla.tis/ πρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που επικοινωνεί με έναν εξυπηρετητή (server), για ν…
386 ωραίος Επίθετο /oˈɾe.os/ που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες.
387 γειτονιά Ουσιαστικό /ʝi.toˈɲa/ κατάσταση ή σχέση που συνδέει όμορες περιοχές, πρόσωπα ή κράτη, ιδίως όταν χαρακτηρίζεται από ειρηνική ή συνεργατική συν…
388 προσεκτικά Επίθετο, Επίρρημα /pɾo.se.ktiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεκτικό.
389 ελέγχου Ουσιαστικό γενική ενικού του έλεγχος.
390 μαθήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάθημα.
391 παγίδα Ουσιαστικό /paˈʝi.ða/ συσκευή που χρησιμεύει στη σύλληψη (και ενίοτε τη θανάτωση) ζώων, κρατώντας τα σε ένα κελλί ή συγκρατώντας μέρος του σώμ…
392 καταφέρεις Ρήμα θα καταφέρεις: β' ενικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω.
393 ζητάς Ουσιαστικό αστυνομικός της Ομάδας Ζήτα.
394 έξυπνη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξυπνος.
395 Ανέτα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με άνεση, αναπαυτικά, βολικά.
396 πιάσω Ρήμα θα πιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω.
397 κάνα Ουσιαστικό, Αντωνυμία, Φράση /ˈka.na/ άλλη μορφή του κανένα· ονομαστική και αιτιατική, ουδέτερου γένους του κανείς.
398 Σκληρή Ουσιαστικό, Επίθετο /skliˈri/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρός.
399 γης Ουσιαστικό /ʝis/ γενική ενικού του γη.
400 πατρίδα Ουσιαστικό /paˈtriða/ η χώρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος ή από την οποία κατάγεται ο ίδιος και η οικογένειά του.
401 δρόμος Ουσιαστικό /ˈðɾo.mos/ λωρίδα εδάφους που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία δυο γεωγραφικών σημείων.
402 παίρνουν Ρήμα
403 θαύμα Ουσιαστικό /ˈθavma/ ένα παράξενο και απρόσμενο γεγονός στο οποίο αποδίδεται μια θετική θεϊκή επέμβαση.
404 αγαπημένη Ουσιαστικό, Ρήμα /aɣapiˈmeni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπημένος.
405 φόβο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του φόβος.
406 οποίος Αντωνυμία /ˈo.pços/ δηλώνει αόριστα κάθε μεμονωμένο μέλος του συνόλου στο οποίο αναφέρεται ο ομιλητής· εισάγει προτάσεις που έχουν και υποθε…
407 αρχές Ουσιαστικό ένα από τα τάγματα των αγγέλων, άγγελος της πρώτης ταξιαρχίας της τρίτης τάξης (κατά τον ψευδο-Διονύσιο Αεροπαγίτη).
408 ξύλο Ουσιαστικό /ˈksilo/ η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για τ…
409 ταυτότητα Ουσιαστικό /tafˈto.ti.ta/ το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας: έγγραφο που εκδίδεται από τις αστυνομικές αρχές και χρησιμοποιείται από τον πολίτη για…
410 δοκίμασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω.
411 δικές Επίθετο, Αντωνυμία nominative feminine plural of δικός (dikós).
412 νομίζουν Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω.
413 μπίλι Ουσιαστικό /ˈbi.li/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
414 τριγύρω Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /tɾiˈʝi.ɾo/ προς ή σε όλες τις κατευθύνσεις.
415 πιάσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
416 έκρηξη Ουσιαστικό /ˈekɾiksi/ η απότομη μεταβολή.
417 πέτα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτο.
418 φιλαράκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του φιλαράκος.
419 χρησιμοποιεί Ρήμα /xɾi.si.mo.piˈi/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ.
420 πλήρη Επίθετο /ˈpli.ɾi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλήρης.
421 παντρευτώ Ρήμα θα παντρευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι.
422 σκότωσαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω.
423 Σπουδαία Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα με σπουδαίο τρόπο, με σπουδαιότητα.
424 διάλειμμα Ουσιαστικό /ðiˈalima/ το μικρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο σταματά μια δραστηριότητα, συνήθως για να ξεκουραστούν οι συμμετέχοντες.
425 Περήφανος Ουσιαστικό, Επίθετο /peˈrifanos/ που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι τω…
426 φύγουν Ρήμα θα φύγουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φεύγω.
427 φτιάξει Ρήμα θα φτιάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω.
428 αγοράσω Ρήμα θα αγοράσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω.
429 σκυλιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλί.
430 αγγλικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /aŋ.ɡliˈka/ η αγγλική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών.
431 πόρνη Ουσιαστικό /ˈpoɾ.ni/ η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής.
432 μπαίνει Ρήμα
433 διάβολο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του διάβολος.
434 αυτών Αντωνυμία, Άρθρο /aˈfton/ genitive masculine/feminine/neuter plural of αυτός (aftós).
435 φοράει Ρήμα /foˈɾa.i/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φοράω.
436 διάφορα Επίθετο /ˈðʝa.fo.ɾa/ nominative/accusative/vocative neuter plural of διάφορος (diáforos).
437 βλέπουν Ρήμα /ˈvle.pun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω.
438 λογική Ουσιαστικό, Επίθετο /lo.ʝiˈci/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικός.
439 έφυγες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω.
440 γενέθλια Ουσιαστικό, Επίθετο /ʝeˈne.θli.a/ η επέτειος της γέννησης κάποιου, σύμφωνα με την ημερομηνία, και η γιορτή της.
441 επιτρέπεται Ρήμα /e.piˈtɾe.pe.te/ με ερωτηματικό χρησιμοποιείται για να ζητήσει την άδεια.
442 ουίσκι Ουσιαστικό /uˈi.sci/ οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται με απόσταξη από καρπούς δημητριακών· έχει καστανό χρώμα και μεγάλη περιεκτικότητα σε…
443 ελεύθερο Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈle.fθe.ɾo/ η άδεια, η συγκατάθεση.
444 ξέχασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ.
445 ζήσεις Ρήμα /ˈzi.sis/ θα ζήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζω.
446 ένιωσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω.
447 ελήφθη Ρήμα /eˈli.fθi/
448 μάθουν Ρήμα θα μάθουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω.
449 βιάσου Ρήμα
450 αποφάσισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω.
451 χρησιμοποιήσω Ρήμα /xɾi.si.mo.piˈi.so/ θα χρησιμοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ.
452 άλλου Επίθετο, Αντωνυμία /ˈa.lu/ genitive masculine singular of άλλος (állos).
453 βάζει Ρήμα /ˈva.zi/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω.
454 έστειλα Ρήμα /ˈe.sti.la/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
455 λίμνη Ουσιαστικό /ˈli.mni/ μικρή ή μεγαλύτερη σε έκταση εδαφική κοιλότητα, που είναι γεμάτη με γλυκό νερό.
456 κοιμηθείς Ρήμα /ci.miˈθis/ θα κοιμηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι.
457 πιούμε Ρήμα θα πιούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω.
458 δωρεάν Επίρρημα χωρίς να απαιτείται η καταβολή χρημάτων ή οποιουδήποτε τιμήματος.
459 σχολή Ουσιαστικό /sxoˈli/ ※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό…
460 ζεστό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ζεστός.
461 ομάδας Ουσιαστικό γενική ενικού του ομάδα.
462 πελάτη Ουσιαστικό /peˈla.ti/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πελάτης.
463 δυνατός Ουσιαστικό, Επίθετο /ði.naˈtos/ αυτός που ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και των πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων ^((Χρ…
464 σχέσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχέση.
465 παντρευτεί Ρήμα θα παντρευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι.
466 ποτήρι Ουσιαστικό /poˈti.ɾi/ δοχείο, συχνά γυάλινο, που χωράει στο χέρι και από το οποίο πίνει κανείς χυμό, κρασί ή άλλα υγρά.
467 αξία Ουσιαστικό /aˈksi.a/ πολύτιμο πνευματικό (κυρίως) ή άλλο αγαθό που λειτουργεί ως καθοδηγητικός παράγοντας στη ζωή ενός ανθρώπου ή αναγνωρίζετ…
468 καταφέρει Ρήμα θα καταφέρει: γ' ενικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω.
469 όμορφος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈo.moɾ.fos/ ανδρικό επώνυμο.
470 ποτά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτό.
471 επιστρέψεις Ρήμα θα επιστρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω.
472 πρόεδρο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πρόεδρος.
473 ναρκωτικών Ουσιαστικό, Επίθετο γενική πληθυντικού του ναρκωτικός.
474 άσχημη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσχημος.
475 συ Ουσιαστικό, Αντωνυμία προσωπική αντωνυμία, δεύτερο πρόσωπο του ενικού (αριθμού).
476 τυχερή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχερός.
477 αφήσετε Ρήμα θα αφήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω.
478 κορυφή Ουσιαστικό /ko.ɾiˈfi/ το σημείο τομής δύο πλευρών πολύπλευρου επίπεδου σχήματος ή τουλάχιστον τριών πλευρών ενός πολυγώνου.
479 φήμη Ουσιαστικό /ˈfi.mi/ η φήμη του αρχιερέως, απαγγελία του ονόματος και του εκκλησιαστικού τίτλου, που φέρει ένας αρχιερέας, όταν αυτός προΐστα…
480 καταστρέψει Ρήμα θα καταστρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταστρέφω.
481 σκέψεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέψη.
482 πόρτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτα.
483 παντρευτείς Ρήμα θα παντρευτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παντρεύομαι.
484 χάνεις Ρήμα
485 απασχολημένος Ρήμα /a.pa.sxo.liˈme.nos/
486 φιλί Ουσιαστικό /fiˈli/ η επαφή των χειλιών στα χείλη, στο χέρι, στο μάγουλο ή άλλο μέρος του σώματος κάποιου (προσώπου ή πράγματος) ως ένδειξη…
487 πράξη Ουσιαστικό /ˈpɾa.ksi/ η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτ…
488 μπείτε Ρήμα /ˈbi.te/ θα μπείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω.
489 πέρασες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ.
490 αστυνομικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αστυνομικός.
491 σερ Ουσιαστικό /seɾ/ χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (γράφεται και με κεφαλαίο - Σερ).
492 συνεχίστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω.
493 καταφέρω Ρήμα /ka.taˈfe.ɾo/ θα καταφέρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρνω.
494 εμπιστεύομαι Ρήμα /em.biˈste.vo.me/ αφήνω κάτι στη φύλαξη κάποιου στον οποίο έχω εμπιστοσύνη.
495 λογικό Ουσιαστικό, Επίθετο /lo.ʝiˈko/ αυτό που συμβιβάζει με την λογική, με την ορθή κρίση.
496 παππούς Ουσιαστικό /paˈpus/ το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών).
497 αναρωτιόμουν Ρήμα /a.na.ɾoˈtço.mun/
498 πτώματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτώμα.
499 περίεργα Επίθετο, Επίρρημα με περίεργο τρόπο.
500 απάντησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ.
501 τέρμα Ουσιαστικό /ˈteɾ.ma/ χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κατακόρυφα δοκάρια (σε μερικά αθλήματα, δύο κατακόρυφα και ένα οριζόντιο), μέσα από τ…
502 καταφέρουμε Ρήμα θα καταφέρουμε: α' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω.
503 κρατήσουμε Ρήμα θα κρατήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κρατώ.
504 Ζουν Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈzun/
505 διαφορετική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφορετικός.
506 τρως Ουσιαστικό, Ρήμα θα τρως: β' ενικό εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος τρώω.
507 ήσυχα Επίθετο, Επίρρημα με ησυχία, χωρίς θόρυβο.
508 διάθεση Ουσιαστικό ιδιότητα του ρήματος, η οποία αφορά τη σχέση της ενέργειας που αυτο εκφράζει προς το υποκείμενο και η οποία είναι ανεξάρ…
509 περί Ουσιαστικό, Πρόθεση /peˈɾi/ σχετικά με κάτι ή κάποιον.
510 ξαναδώ Ρήμα /ksa.naˈdo/
511 απόσταση Ουσιαστικό /aˈpo.sta.si/ αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε…
512 πόσοι Επίθετο, Αντωνυμία nominative/vocative masculine plural of πόσος (pósos).
513 δείξει Ρήμα θα δείξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω.
514 βλάκας Ουσιαστικό /ˈvla.kas/ αυτός που έχει χαμηλή νοημοσύνη ή που συμπεριφέρεται χωρίς σκέψη.
515 κουνηθείτε Ρήμα /ku.niˈθi.te/ θα κουνηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουνιέμαι.
516 στείλει Ρήμα θα στείλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω.
517 τόπο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τόπος.
518 ανοησίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοησία.
519 γεμάτη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεμάτος.
520 βρεθεί Ρήμα θα βρεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βρίσκομαι.
521 ντροπή Ουσιαστικό, Επιφώνημα /dɾoˈpi/ το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι.
522 γεγονότα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεγονός.
523 ένταλμα Ουσιαστικό /ˈɛn.dal.ma/ επίσημη εντολή, με την οποία διατάζεται η εκτέλεση κάποιας πράξης.
524 χάπια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάπι.
525 έσπασε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω.
526 στρατός Ουσιαστικό /stɾaˈtos/ μόνο οι ένοπλες δυνάμεις ξηράς (πεζικό, πυροβολικό, τεθωρακισμένα - ιππικό), σε αντιδιαστολή με το πολεμικό ναυτικό και…
527 μπόρεσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ.
528 ξεχάσει Ρήμα θα ξεχάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεχνώ.
529 μπελάδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελάς.
530 καταπληκτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καταπληκτικός.
531 έκλεισε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω.
532 σκέφτηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι.
533 ληστεία Ουσιαστικό /liˈsti.a/ η παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμί…
534 προηγούμενη Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /pro.i.ˈɣu.me.ni/ nominative/accusative/vocative feminine singular of προηγούμενος (proïgoúmenos).
535 θυμωμένος Ρήμα /θi.moˈme.nos/ που έχει θυμώσει, που διακατέχεται από θυμό, οργή.
536 δικαιοσύνη Ουσιαστικό /ði.ce.oˈsi.ni/ το σύστημα νόμων με το οποίο ένα κράτος και οι ανάλογοι θεσμοί και λειτουργοί εφαρμόζουν το Δίκαιο.
537 μπάτσοι Ουσιαστικό ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάτσος.
538 άρρωστη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρρωστος.
539 ευγενικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευγενικός.
540 εντολές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντολή.
541 έφτιαξα Ρήμα /ˈe.ftça.ksa/ α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος φτιάχνω.
542 νόμος Ουσιαστικό /ˈno.mos/ γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των…
543 αλ Ουσιαστικό
544 γέρο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γερός.
545 σκύλος Ουσιαστικό /ˈsci.los/ σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες.
546 μοναδική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναδικός.
547 ξεκινήσει Ρήμα θα ξεκινήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ.
548 αποτυπώματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτύπωμα.
549 βλακείες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλακεία.
550 άλλων Επίθετο, Αντωνυμία /ˈa.lon/ genitive masculine/feminine/neuter plural of άλλος (állos).
551 εξαιρετικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /e.kse.ɾe.tiˈka/ (Ουσιαστικό).
552 βαν Ουσιαστικό /van/ όχημα κλειστού τύπου και μεσαίου μεγέθους, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά εμπορευμάτων, εξοπλισμού ή μικρού αρι…
553 πιες Ρήμα /ˈpçes/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πίνω.
554 γυαλιά Ουσιαστικό /ʝaˈʎa/ ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά…
555 χμ Επιφώνημα /hm/ αβεβαιότητας, αμφιβολίας, απορίας, διαδικασία ή κατάσταση περίσκεψης ή συλλογισμού.
556 πουν Ρήμα θα πουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λέω.
557 αστυνομίας Ουσιαστικό γενική ενικού του αστυνομία.
558 προσωπική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωπικός.
559 αγαπητέ Επίθετο κλητική ενικού του αγαπητός.
560 εμφανίστηκε Ρήμα /eɱ.faˈni.sti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι.
561 ανοίξτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω.
562 αντέχω Ρήμα /anˈde.xo/ έχω (ή συνεχίζω να έχω) αντοχή κι ανθεκτικότητα σε κάτι, διατηρώντας τα βασικά μου χαρακτηριστικά.
563 ελέγξω Ρήμα θα ελέγξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ελέγχω.
564 εννοείτε Ρήμα /e.noˈi.te/
565 Ρώτα Ουσιαστικό, Ρήμα
566 μπάτσος Ουσιαστικό /ˈba.t͡sos/ ένα δυνατό χτύπημα με την παλάμη, το χαστούκι, το ράπισμα.
567 ήλιος Ουσιαστικό /ˈi.ʎos/ ο μέσος αστέρας που συνιστά το κέντρο του Ηλιακού Συστήματος και είναι το πλησιέστερο άστρο στην Γη, στην οποία παρέχει…
568 ιατρική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατρικός.
569 υπομονή Ουσιαστικό /ipomoˈni/ η ικανότητα του να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη πριν ενεργήσει.
570 δολοφονήθηκε Ρήμα /ðo.lo.foˈni.θi.ce/
571 ανοίξω Ρήμα θα ανοίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω.
572 ζούμε Ρήμα
573 φοβερή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβερός.
574 τρόπους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του τρόπος.
575 αρκετή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρκετός.
576 προηγούμενα Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο, Επίρρημα /pro.i.ˈɣu.me.na/ προηγουμένως.
577 ήλιο Ουσιαστικό /[ˈilio]/ αδρανές, μονοατομικό αέριο, χωρίς χρώμα, γεύση και οσμή. Στην ατμόσφαιρα βρίσκεται ελεύθερο σε μικρές ποσότητες και αντι…
578 πλάσμα Ουσιαστικό /ˈpla.zma/ ιονιμένα ή καιόμενα αέρια.
579 Δευτέρα Ουσιαστικό, Επίθετο /ðeˈfte.ɾa/ η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας, μετά την Κυριακή και πριν την Τρίτη.
580 μάρτυρας Ουσιαστικό /ˈmaɾ.ti.ɾas/ που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα.
581 δίνουν Ρήμα /ˈði.nun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δίνω.
582 νοσοκόμα Ουσιαστικό /no.soˈko.ma/ θηλυκό του νοσοκόμος.
583 αναμνήσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμνηση.
584 ζώο Ουσιαστικό /ˈzo.o/ κάθε έμβιο ον, εκτός από τα φυτά, κάθε οργανισμός με την ικανότητα της κίνησης και της συναίσθησης· Λέγεται κυρίως για θ…
585 φάκελο Ουσιαστικό ο χάρτινος φάκελος.
586 πληρώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήρωση.
587 σώσεις Ρήμα /ˈso.sis/ θα σώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω.
588 μάρτυρες Ουσιαστικό /ˈmaɾ.ti.ɾes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρτυρας.
589 ζημιά Ουσιαστικό /ziˈmɲa/ το έλλειμμα που παρουσιάζεται σε μία οικονομική οντότητα όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα.
590 πέταξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετώ.
591 χάθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι.
592 βέβαιος Επίθετο /ˈveveos/ που δεν έχει αμφιβολίες για ένα θέμα, που δεν αμφισβητεί τις πληροφορίες ή την άποψή του.
593 ήλπιζα Ρήμα /ˈil.pi.za/
594 παντελόνι Ουσιαστικό /pan.deˈlo.ni/ κάθε εξωτερικό ρούχο που καλύπτει χωριστά το κάθε πόδι (περισκελίδα).
595 βία Ουσιαστικό /ˈvi.a/ ενέργεια που προκαλεί καταστροφή.
596 είκοσι Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈi.ko.si/ το απόλυτο αριθμητικό (20) που ακολουθεί το δεκαεννιά (19) και προηγείται του είκοσι ένα (21), με τα σύμβολα του ελληνικ…
597 αρχίσω Ρήμα θα αρχίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω.
598 προσέχω Ρήμα /pɾoˈse.xo/ παρακολουθώ ή σκέπτομαι κάτι ή κάποιον δείχνοντας ενδιαφέρον.
599 τρίτο Ουσιαστικό, Επίθετο κάθε ένα από τα τρία ίσα μέρη ενός συνόλου.
600 επείγον Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /eˈpiɣon/ nominative neuter singular of επείγων (epeígon).
601 τύπους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του τύπος.
602 κανονικά Επίθετο, Επίρρημα /ka.no.niˈka/ σε ικανοποιητικό βαθμό, καλά, πλήρως.
603 μίλησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ.
604 στρατηγέ Ουσιαστικό κλητική ενικού του στρατηγός.
605 έφυγαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω.
606 ανοίξει Ρήμα θα ανοίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοίγω.
607 κολέγιο Ουσιαστικό /koˈle.ʝi.o/ εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις αγγλοσαξονικές χώρες.
608 είσαστε Ρήμα /ˈisaste/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι.
609 ακίνητος Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈci.ni.tos/ σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια).
610 γίνουμε Ρήμα θα γίνουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι.
611 τράβα Ουσιαστικό, Ρήμα υποστήριγμα - δοκός στέγης, τεγίδα.
612 αγόρασα Ρήμα /aˈɣo.ɾa.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω.
613 κιλά Ουσιαστικό μικρή βραχονησίδα της Κύπρου, νότια της Γαληνόπορνης στη χερσόνησο της Καρπασίας.
614 αγόρασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω.
615 έξης Ουσιαστικό, Επίρρημα ως εξής: έτσι όπως αναφέρεται στη συνέχεια, ως ακολούθως.
616 βάρκα Ουσιαστικό /ˈvaɾ.ka/ μικρό θαλάσσιο σκάφος, ξύλινο, μεταλλικό, ή πλαστικό, με κοίλη κατασκευή που κινείται με κουπιά, ή πανιά (ιστία) ή με φε…
617 συνεχίσεις Ρήμα /si.neˈçi.sis/ θα συνεχίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω.
618 αιτία Ουσιαστικό /eˈtia/ με την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας.
619 περιουσία Ουσιαστικό ο πλούτος σε κινητά και ακίνητα αγαθά που κατέχει κάποιος.
620 ένοχος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈe.no.xos/ που προκαλεί σε κάποιον συναισθήματα ενοχής ή μπορεί να τον καταδικάσει στη συνείδηση των άλλων, ντροπιαστικός.
621 οικογένειας Ουσιαστικό γενική ενικού του οικογένεια.
622 ασθενείς Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενής.
623 πληροφορία Ουσιαστικό /pli.ɾo.foˈɾi.a/ ποσότητα ενέργειας, πυκνή πληροφοριακά κυματοσυνάρτηση δύναται να προκαλέσει περισσότερες αλλαγές κατάστασης καθώς εντρο…
624 κοιτάξω Ρήμα θα κοιτάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω.
625 σύμπαν Ουσιαστικό /ˈsim.ban/ ολόκληρος ο κόσμος, το διάστημα και τα ουράνια σώματα.
626 ασθενής Ουσιαστικό, Επίθετο /a.sθeˈnis/ για μία από τις τέσσερις κύριες δυνάμεις ή αλληλεπιδράσεις σε υποατομικό επίπεδο.
627 καθηγητής Ουσιαστικό /ka.θi.ʝiˈtis/ ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδ…
628 θυμίζει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θυμίζω.
629 ταλέντο Ουσιαστικό /taˈlendo/ το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συ…
630 αδελφέ Ουσιαστικό, Επίθετο κλητική ενικού του αδελφός.
631 έσωσε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω.
632 πολύς Ουσιαστικό, Επίθετο /poˈlis/ που είναι σε μεγάλη ποσότητα.
633 ζήτησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ.
634 αναφέρω Ρήμα /a.naˈfe.ɾo/ ανακοινώνω γραπτά ή προφορικά κάτι σε ανώτερό μου σχετικά με εργασία, υπηρεσία ή ευθύνη που έχω αναλάβει.
635 εκπομπή Ουσιαστικό /ek.pomˈbi/ η παραγωγή, απελευθέρωση και διάχυση στον περιβάλλοντα χώρο σωματιδίων, ρύπων, ενέργειας, ακτινοβολίας κ.ά.
636 πιάσουν Ρήμα θα πιάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω.
637 τόσες Επίθετο, Αντωνυμία nominative/accusative feminine plural of τόσος (tósos).
638 όρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όριο.
639 σπαθί Ουσιαστικό /spaˈθi/ όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή.
640 γω Ουσιαστικό άλλη μορφή του εγώ.
641 συμβόλαιο Ουσιαστικό /siɱˈvo.le.o/ η γραπτή συμφωνία με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις το ένα απέναντι στο άλλο.
642 απαραίτητο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απαραίτητος.
643 κήπο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κήπος.
644 συσκευή Ουσιαστικό /sis.ceˈvi/ device: είναι ηλεκτρονική κατασκευή, που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) και την κεντ…
645 περισσότερη Επίθετο nominative/accusative/vocative feminine singular of περισσότερος (perissóteros).
646 δουλέψω Ρήμα θα δουλέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω.
647 ακούσατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω.
648 μιλάνε Ρήμα
649 όσοι Αντωνυμία /ˈo.si/ ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όσος.
650 τρέλα Ουσιαστικό /ˈtɾe.la/ παθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου.
651 παράτα Ουσιαστικό, Ρήμα /paˈɾa.ta/ υπερβολικά θεαματική εκδήλωση που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό.
652 οδηγήσει Ρήμα θα οδηγήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος οδηγώ.
653 ασθενοφόρο Ουσιαστικό /a.sθe.noˈfo.ɾo/ το όχημα για μεταφορά ασθενών στο νοσοκομείο.
654 ασφαλείς Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλής.
655 επόμενος Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /eˈpomenos/ next, following.
656 πακέτο Ουσιαστικό /paˈceto/ package: λογισμικό (software) που έχει προετοιμαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να εγκατασταθεί με έναν διαχειριστή…
657 μυρωδιά Ουσιαστικό /miɾoˈðʝa/ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεσ…
658 αρκετές Επίθετο /aɾ.ceˈtes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκετή.
659 πέτρα Ουσιαστικό /ˈpe.tɾa/ γνωστή αρχαία πόλη της Ιορδανίας σκαλισμένη στο βράχο, αρχαιολογικός χώρος και σημαντικός τουριστικός προορισμός.
660 ρώτησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρωτώ.
661 επιστροφή Ουσιαστικό /e.pi.stɾoˈfi/ το να δίνω κάτι πίσω από κει ή αυτόν που το πήρα.
662 υπόγειο Ουσιαστικό, Επίθετο /[iˈpoʝio]/ o όροφος κτίσματος ο οποίος βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους.
663 μηνύματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνυμα.
664 παντρεμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /pan.dɾeˈme.nos/ ανδρικό επώνυμο.
665 στείλε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
666 πέθαναν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω.
667 θείο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈθi.o/ αμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 16 και χημικό σύμβολο S.
668 όροφο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του όροφος.
669 άυλη Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈvli/ το σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα.
670 οποιονδήποτε Αντωνυμία αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οποιοσδήποτε.
671 άρχισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω.
672 είδαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω.
673 χάσουμε Ρήμα θα χάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνω.
674 γιου Ουσιαστικό /ˈʝu/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
675 πέρασαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ.
676 τομέα Ουσιαστικό /toˈme.a/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τομέας.
677 σπάσει Ρήμα θα σπάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω.
678 οδηγός Ουσιαστικό /o.ðiˈɣos/ κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο κλπ που περιέχει αναλυτικές πληροφορίες, συμβουλές, υποδείξεις, οδηγίες σχετικά με ένα θέμα.
679 επιστρέψουμε Ρήμα θα επιστρέψουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιστρέφω.
680 εξουσία Ουσιαστικό /e.ksuˈsi.a/ η δυνατότητα, με βάση την ισχύ, τον νόμο, που έχει κάποιος να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλους.
681 τέχνη Ουσιαστικό /ˈte.xni/ επάγγελμα ή άλλη ενασχόληση που απαιτεί επιδεξιότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας.
682 ψάρι Ουσιαστικό /ˈpsa.ɾi/ το υδρόβιο σπονδυλωτό ζώο, που συνήθως αναπνέει με βράγχια, καλύπτεται από λέπια και είναι ωοτόκο.
683 έβγαλε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω.
684 βαρέθηκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι.
685 μορφή Ουσιαστικό /moɾˈfi/ τα στοιχεία που συνθέτουν την εξωτερική όψη ενός κειμένου, σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο.
686 πεθάνουν Ρήμα θα πεθάνουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω.
687 δείγμα Ουσιαστικό /ˈðiɣ.ma/ μικρή ποσότητα ή μέρος συνόλου με τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά του για να εξεταστεί ώστε να εξαχθεί ένα συμπέρασμα…
688 βοηθήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ.
689 μάθετε Ρήμα θα μάθετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαθαίνω.
690 ευχή Ουσιαστικό /efˈçi/ η προφορική έκφραση της επιθυμίας και της ελπίδας για κάτι που θέλουμε να συμβεί στο μέλλον.
691 δράση Ουσιαστικό /ˈðɾa.si/ η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο.
692 Μπήκα Ουσιαστικό, Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω.
693 αληθινά Επίθετο, Επίρρημα /a.li.θiˈna/ στ' αλήθεια, πραγματικά, όντως, δεν είναι ψέματα,πράγματι.
694 υγεία Ουσιαστικό /iˈʝi.a/ η καλή κατάσταση και φυσιολογική λειτουργία ενός οργανισμού, η απουσία αρρώστιας.
695 διευθυντή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διευθυντής.
696 ειδήσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδηση.
697 φίλες Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλη.
698 ανθρώπου Ουσιαστικό γενική ενικού του άνθρωπος.
699 μπορέσουμε Ρήμα θα μπορέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ.
700 μεθυσμένος Ρήμα /me.θiˈzme.nos/ που έχει μεθύσει, που βρίσκεται σε κατάσταση μέθης.
701 μωρά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρό.
702 έως Πρόθεση /ˈeos/ μέχρι να συμπληρωθεί ένα χρονικό διάστημα, πριν μια ορισμένη χρονική στιγμή.
703 άρθρο Ουσιαστικό /ˈaɾ.θɾo/ κείμενο σε εφημερίδα που περιέχει κριτική και προσωπικές θέσεις, σε αντιδιαστολή προς το ρεπορτάζ που κανονικά αποτελεί…
704 δικαστής Ουσιαστικό /ði.kaˈstis/ που δικάζει, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης.
705 παρουσία Ουσιαστικό, Φράση /pa.ɾuˈsi.a/ το να βρίσκεται κάποιος κάπου, να είναι παρών.
706 χαζό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαζός.
707 αποφάσισε Ρήμα /a.poˈfa.si.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω.
708 Σκληρός Ουσιαστικό, Επίθετο /skliˈɾos/ συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία.
709 πεινάω Ρήμα /piˈna.o/ → βλέπε πεινώ.
710 γλυκά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /ɣliˈka/ με γλυκό τρόπο.
711 καταφέραμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω.
712 φύγαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω.
713 κράτησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ.
714 οδηγίες Ουσιαστικό σημαντική πληροφορία για την λειτουργία ενός αντικειμενου.
715 κακά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /kaˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακό, ουδέτερο του κακός.
716 σκέφτεται Ρήμα /ˈsce.fte.te/
717 όρεξη Ουσιαστικό /ˈoɾeksi/ η επιθυμία να κάνει κάτι ή να ασχοληθεί με κάτι κανείς.
718 αρχικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /arçiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχικό.
719 κοιμάσαι Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κοιμάμαι.
720 μοναδικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μοναδικός.
721 ευτυχισμένος Ρήμα, Επίθετο /ef.ti.çizˈme.nos/ happy (characterised by, feeling or showing happiness).
722 άξιζε Ρήμα
723 ανθρώπινο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανθρωπινός.
724 εντύπωση Ουσιαστικό /enˈdiposi/ η (κάπως αβέβαιη, ατεκμηρίωτη και ανολοκλήρωτη) ιδέα ή γνώμη που σχηματίζει κάποιος.
725 κυριακή Ουσιαστικό, Επίθετο /cirʝaˈci/ η πρώτη (ή, κατ' άλλους, η τελευταία) ημέρα της εβδομάδας, μετά το Σάββατο και πριν την Δευτέρα.
726 διαβάσει Ρήμα θα διαβάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαβάζω.
727 έδωσαν Ρήμα γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω.
728 προάλλες Ουσιαστικό στην έκφραση: τις προάλλες, τις προηγούμενες ημέρες.
729 πετύχει Ρήμα θα πετύχει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω.
730 διάολε Ουσιαστικό, Επιφώνημα κλητική ενικού του διάολος ^(.) χρησιμοποιείται συνήθως ως επιφώνημα και δηλώνει εκνευρισμό ή αγανάκτηση κλπ.
731 ομορφιά Ουσιαστικό /o.moɾˈfça/ η ωραιότητα της μορφής, η ιδιότητα ενός ανθρώπου ή αντικειμένου να θέλγει τις αισθήσεις.
732 εκατομμύριο Ουσιαστικό, Επίθετο /e.ka.toˈmi.ɾi.o/ χρηματικό ποσό ενός εκατομμυρίου.
733 στομάχι Ουσιαστικό /stoˈma.çi/ εξωτερικό μέρος του σώματος που αντιστοιχεί στο κάτω μέρος του κορμού και στο στομάχι.
734 παιδιού Ουσιαστικό /peðˈʝu/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
735 περάσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ.
736 φοράω Ρήμα /foˈɾa.o/ έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα.
737 έγινα Ρήμα /ˈeʝina/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι.
738 εκατοντάδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοντάδα.
739 εκείνοι Επίθετο, Αντωνυμία /eˈci.ni/ nominative/vocative masculine plural of εκείνος (ekeínos).
740 επιθυμία Ουσιαστικό /e.pi.θiˈmi.a/ πόθος ενός ατόμου κινητοποιημένος από ανάγκη ή συναίσθημα.
741 πεθάνουμε Ρήμα θα πεθάνουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πεθαίνω.
742 έκθεση Ουσιαστικό /ˈek.θe.si/ το να αφήνεις κάτι να δεχτεί την επενέργεια μιας φυσικής δύναμης, να εκτεθεί σε αυτήν.
743 ευτυχία Ουσιαστικό /ef.tiˈçi.a/ κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων.
744 υπηρεσίες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρεσία.
745 ζέστη Ουσιαστικό /ˈze.sti/ σχετικά υψηλή θερμοκρασία.
746 φεγγάρι Ουσιαστικό /feŋˈɡa.ɾi/ το ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη.
747 εφημερίδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφημερίδα.
748 διαβάσω Ρήμα θα διαβάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαβάζω.
749 αυτιά Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
750 πιθανώς Επίρρημα /pi.θaˈnos/ ενδεχομένως, ίσως.
751 όλος Επίθετο /ˈolos/ όλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος).
752 χρωστάω Ρήμα /xɾoˈsta.o/ οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον.
753 φτιάξουμε Ρήμα θα φτιάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω.
754 ντον Ουσιαστικό ποταμός της Ρωσίας στην Ευρώπη που εκβάλλει στη Αζοφική Θάλασσα.
755 δικαστή Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of δικαστής (dikastís).
756 χρήμα Ουσιαστικό /ˈxri.ma/ κάποιο αγαθό που είναι μέσο συναλλαγής και πληρωμής.
757 δόκτωρ Ουσιαστικό δόκτορας αρσενικό.
758 αρχείο Ουσιαστικό /aɾˈçi.o/ συλλογή αποθηκευμένων ομοειδών πληροφοριών, οι οποίες μπορεί να είναι δεδομένα ή προγράμματα — κάθε αρχείο έχει όνομα, ε…
759 σωρό Ουσιαστικό /soˈɾo/ αιτιατική ενικού του σωρός.
760 επιτροπή Ουσιαστικό πολυμελές (συνήθως) διοικητικό όργανο που είτε έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες ή συγκροτείται για να μελετήσει κάτι και…
761 περίεργη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίεργος.
762 συνθήκες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθήκη.
763 κρατήστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ.
764 φανεί Ρήμα θα φανεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαίνομαι.
765 έφτιαξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω.
766 ομάδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομάδα.
767 έπαθες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω.
768 κυνήγι Ουσιαστικό η πανίδα που κυνηγάει κάποιος καθώς και το σκοτωμένο (ή/και μαγειρεμένο) θήραμα.
769 συναντήσει Ρήμα /si.nanˈdi.si/ θα συναντήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντώ.
770 καθαρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρός.
771 δείξεις Ρήμα θα δείξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω.
772 κόψω Ρήμα θα κόψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κόβω.
773 μένουν Ρήμα
774 μάντεψε Ρήμα /ˈman.de.pse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω.
775 πυρ Ουσιαστικό, Επιφώνημα /piɾ/ εντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω.
776 μυαλά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλό.
777 λοχαγέ Ουσιαστικό κλητική ενικού του λοχαγός.
778 πιάνει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πιάνω.
779 κουρασμένος Ρήμα /ku.raˈzme.nos/ που διακρίνεται από έλλειψη πρωτοτυπίας, ή φρεσκάδας.
780 γαμημένη Ρήμα /ɣamiˈmeni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμημένος.
781 θέατρο Ουσιαστικό /ˈθe.a.tɾo/ η δραματική τέχνη στο σύνολό της, η συγγραφή δραματικών έργων που προορίζονται να παρασταθούν ενώπιον κοινού καθώς και τ…
782 τρώω Ρήμα /ˈtɾo.o/ χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου.
783 ανυπομονώ Ρήμα /a.ni.po.moˈno/ περιμένω με λαχτάρα κάτι, δεν μπορώ να κάνω υπομονή.
784 δεκάρα Ουσιαστικό /ðeˈka.ɾa/ κέρμα αξίας δέκα λεπτών νομίσματος (ευρώ, δολλαρίου, δραχμής κτλ.).
785 πάγο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του πάγος.
786 κάθεται Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάθομαι.
787 ουσία Ουσιαστικό /uˈsi.a/ οτιδήποτε στοιχειοθετεί τη σταθερή φύση των πραγμάτων, ανεξάρτητα από τις μεταβολές που υφίστανται ή τις πολλαπλές μορφέ…
788 έπειτα Επίρρημα ύστερα από κάποια πράξη ή μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.
789 έπαιρνε Ρήμα
790 αφέντη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφέντης.
791 γνωστό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γνωστός.
792 διαταγή Ουσιαστικό /ði̯a.taˈʝi/ γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που…
793 προσφέρω Ρήμα /pɾoˈsfe.ɾo/ μια ιδιότητα κάποιου ή από κάτι που μας την δίνει ή δείχνει και ικανοποιούμαστε από αυτή.
794 παράδοση Ουσιαστικό /paˈɾa.ðo.si/ τα έθιμα και οι συνήθειες των ανθρώπων, που διατηρούνται από γενιά σε γενιά· οι παγιωμένες συνήθειες ή πρακτικές σε διάφ…
795 εισιτήρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισιτήριο.
796 ερωτευμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /e.ɾo.tevˈme.nos/ (Ουσιαστικό).
797 προκαλεί Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προκαλώ.
798 ρεύμα Ουσιαστικό /ˈɾev.ma/ κίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας.
799 προσπαθήσουμε Ρήμα θα προσπαθήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ.
800 ανάσα Ουσιαστικό /a.ˈna.sa/ η ξεκούραση, η μικρή ανακούφιση.
801 σύμφωνοι Επίθετο, Φράση /ˈsiɱ.fo.ni/ συμφωνούμε, έχουμε την ίδια γνώμη, θα γίνει αυτό που αποφασίσαμε.
802 αντίθετο Ουσιαστικό, Επίθετο αυτό που βρίσκεται από την άλλη πλευρά.
803 ψωμί Ουσιαστικό /psoˈmi/ είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται στον φούρνο, ο άρτος.
804 διαδρομή Ουσιαστικό path: η ακολουθία των κόμβων (nodes) από όπου διέρχεται ένα πακέτο (packet) στα δίκτυα μεταγωγής για να φθάσει τον κόμβο…
805 αναλάβει Ρήμα /a.naˈla.vi/ θα αναλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλαμβάνω.
806 σάντουιτς Ουσιαστικό /[ˈsanduits]/ γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα κομμάτι από ψ…
807 πρόσεξε Ρήμα /ˈpɾo.se.kse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω.
808 κάθομαι Ρήμα /ˈkaθome/ έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο).
809 νοιώθω Ρήμα /ˈɲo.θo/ άλλη γραφή του νιώθω (εμφανίζεται ως πρώτος τύπος στα λεξικά προ του 1976).
810 πράκτορες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of πράκτορας (práktoras).
811 γιορτή Ουσιαστικό /ʝorˈti/ ημέρα αφιερωμένη σε έναν άγιο ή σημαντικό θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό γεγονός, η οποία συνοδεύεται από δημόσιες εκδη…
812 χρειαστούμε Ρήμα θα χρειαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρειάζομαι.
813 βοηθήσουν Ρήμα θα βοηθήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ.
814 κυβερνήτης Ουσιαστικό ο ανώτερος άρχοντας μιας πολιτείας ή μιας περιοχής που συνήθως ανήκει σε μια ομοσπονδία ή σε μια αυτοκρατορία.
815 χρησιμοποιείς Ρήμα /xɾi.si.mo.piˈis/
816 παίζουν Ρήμα θα παίζουν: γ' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος παίζω.
817 διάλεξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω.
818 αγκαλιά Ουσιαστικό, Επίρρημα /aŋ.ɡaˈʎa/ αγκαλιαστά.
819 κάνοντας Ρήμα /ˈka.non.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάνω.
820 αληθινός Ουσιαστικό, Επίθετο /a.li.θiˈnos/ ο πραγματικός, αυτός που στην πραγματικότητα έχει την αναφερόμενη ιδιότητα.
821 άδειο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άδειος.
822 κάστρο Ουσιαστικό /ˈka.stro/ αυτός που έχει ισχυρές βάσεις που δεν μπορούν να κλονιστούν εύκολα ή προβάλλει σθεναρή αντίσταση.
823 αυγά Ουσιαστικό άλλη γραφή του αβγά (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγό).
824 ίχνος Ουσιαστικό /ˈi.xnos/ Ορθή προβολή ή ίχνος ενός σημείου Α πάνω σε μιαν ευθεία ε ονομάζεται το σημείο τομής Α' της ευθείας ε με την κάθετη προς…
825 κερδίσεις Ρήμα /cerˈði.sis/ θα κερδίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω.
826 όχημα Ουσιαστικό /ˈo.çi.ma/ κάθε μέσο που χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε κάποιο σκοπό.
827 παιδιών Ουσιαστικό /peðˈʝon/ γενική πληθυντικού του παιδιά.
828 τελευταίος Επίθετο /teleˈfteos/ που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας.
829 ασφαλώς Ουσιαστικό, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
830 ανοιχτή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτός.
831 δώσετε Ρήμα θα δώσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω.
832 αλκοόλ Ουσιαστικό /al.koˈol/ το οινόπνευμα που περιέχεται στα οινοπνευματώδη ποτά.
833 σκοτώσουμε Ρήμα θα σκοτώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω.
834 σπιτιού Ουσιαστικό γενική ενικού του σπίτι.
835 ζητήσει Ρήμα θα ζητήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ζητώ.
836 πράσινο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈpɾa.si.no/ το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο).
837 Πέμπτη Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈpem.pti/ ημέρα της εβδομάδας· προηγείται η Τετάρτη και ακολουθεί η Παρασκευή.
838 αρχίζω Ρήμα /arˈçizo/ κάνω αρχή κάποιας πράξης ή έργου, βάζω μπρος, ξεκινώ.
839 πίνεις Ρήμα /ˈpi.nis/
840 αρχίσεις Ρήμα θα αρχίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχίζω.
841 χώρος Ουσιαστικό /ˈxo.ɾos/ το τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η θέση ενός σημείου.
842 τελειώσουμε Ρήμα θα τελειώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω.
843 εργασίας Ουσιαστικό εργασία, στη γενική του ενικού.
844 χιλιόμετρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόμετρο.
845 τεχνολογία Ουσιαστικό /texnoloˈʝi.a/ το σύνολο των δραστηριοτήτων που αφορούν στην τεχνική εφαρμογή της (θεωρητικής) επιστημονικής γνώσης με στόχο τη δημιουρ…
846 ειδική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδικός.
847 αθώος Ουσιαστικό, Επίθετο /aˈθo.os/ ανδρικό όνομα.
848 συναντηθούμε Ρήμα θα συναντηθούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναντιέμαι.
849 αμφιβολία Ουσιαστικό /aɱ.fi.voˈli.a/ αβεβαιότητα, δυσπιστία, δισταγμός.
850 μισεί Ρήμα /miˈsi/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ.
851 σημείωμα Ουσιαστικό /siˈmi.o.ma/ το κειμενάκι που μας πληροφορεί για κάποια θέματα ή μας τα υπενθυμίζει.
852 Σοβάρη Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβαρός.
853 συναντήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάντηση.
854 μεγαλύτερος Επίθετο συγκριτικός βαθμός του μεγάλος.
855 σύνορα Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈsi.no.ra/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνορο.
856 καθένα Επίθετο, Αντωνυμία genitive masculine/neuter of καθένας (kathénas) (see note 2 in the table below).
857 χρήση Ουσιαστικό /ˈxɾi.si/ οι οικονομικές δραστηριότητες και δικαιώματα ενός έτους (ή άλλου χρονικού διαστήματος), ιδίως στα πλαίσια προϋπολογισμών…
858 υπερβολικά Επίθετο, Επίρρημα περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε.
859 ασθενή Ουσιαστικό, Επίθετο accusative masculine/feminine singular of ασθενής (asthenís).
860 εχθρός Ουσιαστικό /exˈθɾos/ αυτός που ενεργεί από μίσος για άλλον, που κάνει κινήσεις που θα έχουν αρνητικές συνέπειες για το υποκείμενο του μίσους…
861 αρχηγό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του αρχηγός.
862 βγάζεις Ρήμα
863 εργοστάσιο Ουσιαστικό /eɾ.ɣoˈsta.si.o/ βιομηχανικό συγκρότημα παραγωγής κάποιων προϊόντων.
864 χρησιμοποιήσουμε Ρήμα θα χρησιμοποιήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ.
865 νεκρούς Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του νεκρός.
866 έτοιμα Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈe.ti.ma/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έτοιμος.
867 υλικό Ουσιαστικό, Επίθετο /i.liˈko/ hardware: το ηλεκτρονικό μέρος του υπολογιστή ή γενικότερα ενός συστήματος, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται…
868 βλάκα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βλάκας.
869 οπουδήποτε Ουσιαστικό, Επίρρημα /o.puˈði.po.te/ (Ουσιαστικό).
870 ύποπτος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈi.po.ptos/ που δημιουργεί υποψίες.
871 τσιγάρο Ουσιαστικό /[tsiˈɣarɔ]/ καπνός τυλιγμένος με χαρτί σε μορφή λεπτού κυλίνδρου.
872 έγραψα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γράφω.
873 διαζύγιο Ουσιαστικό /ðʝaˈzi.ʝi.o/ η επίσημη διάλυση ενός γάμου.
874 μέγεθος Ουσιαστικό /ˈme.ʝe.θos/ φυσικό μέγεθος είναι εκείνο που αντιστοιχεί στις συνήθεις διαστάσεις ενός οργάνου, οργανισμού ή αντικειμένου που θέλουμε…
875 αστέρι Ουσιαστικό /aˈste.ɾi/ σύμβολο που χρησιμοποιείται για την βαθμολόγηση των ξενοδοχείων αλλά και εστιατορίων, θεαμάτων κλπ.
876 κοτόπουλο Ουσιαστικό /koˈtopulo/ εξημερωμένο πτηνό του είδους Gallus gallus, νεαρής ηλικίας.
877 χάρτη Ουσιαστικό /ˈxar.ti/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χάρτης.
878 βροχή Ουσιαστικό /vɾoˈçi/ παρόμοια γεγονότα που συμβαίνουν σε μεγάλο αριθμό μέσα σε μικρό διάστημα.
879 ρωτήσεις Ρήμα
880 κρυφά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
881 σαμπάνια Ουσιαστικό /samˈpa.ɲa/ το φορτίο που μεταφέρεται στο πλοίο από κάθε κίνηση του γερανού, της μπίγιας (αναφερόμενο σε φορτώσεις παλαιών, μικρών ε…
882 τσέπη Ουσιαστικό /ˈt͡se.pi/ μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...).
883 δοκιμάσω Ρήμα θα δοκιμάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω.
884 άποψη Ουσιαστικό /ˈa.po.psi/ η εικόνα ενός τοπίου όπως φαίνεται από ένα συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κάπου ψηλά.
885 ηθοποιός Ουσιαστικό /i.θo.pi.ˈos/ καλλιτέχνης του οποίου το επάγγελμα είναι να παίζει ρόλους στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση.
886 δέντρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρό.
887 μαλακία Ουσιαστικό, Επίθετο /[malaˈkia]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάκιο.
888 πιω Ρήμα /ˈpço/ θα πιω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω.
889 δέχομαι Ρήμα /ˈðe.xo.me/ είμαι στο γραφείο μου και μπορώ να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο κοινό ή σε ασθενείς.
890 ασφαλή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλές.
891 αυτοκίνητα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκίνητο.
892 εμφανιστεί Ρήμα /eɱ.fa.niˈsti/ θα εμφανιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμφανίζομαι.
893 ρίξεις Ρήμα
894 νου Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νους.
895 φανταστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φανταστικός.
896 αγάπης Ουσιαστικό γενική ενικού του αγάπη.
897 χαθεί Ρήμα /xaˈθi/ θα χαθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χάνομαι.
898 διάδρομο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του διάδρομος.
899 εφόσον Σύνδεσμος /eˈfo.son/ με την προϋπόθεση ότι, επειδή, αφού.
900 τρέξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω.
901 βοηθήσετε Ρήμα θα βοηθήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βοηθώ.
902 στρατιώτης Ουσιαστικό /stɾaˈtço.tis/ οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι’ αυτόν πολύ μεγάλη σ…
903 απαντήσω Ρήμα θα απαντήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαντώ.
904 υποσχέθηκα Ρήμα /i.poˈsçe.θi.ka/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι.
905 φρόντισε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω.
906 ουάου Επιφώνημα /ˈu̯au/ επιφώνημα που δηλώνει έκπληξη, συνηθέστερα για κάτι καλό.
907 πίστεψε Ρήμα /ˈpi.ste.pse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω.
908 σκεφτείτε Ρήμα /sceˈfti.te/ θα σκεφτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι.
909 αιώνα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αιώνας.
910 στρατηγός Ουσιαστικό /stɾa.tiˈɣos/ προσφώνηση, καταχρηστικά, στρατιωτικός όρος στην κλητική, χωρίς τη λέξη κύριε) προσφώνηση όλων των ανώτατων αξιωματικών…
911 λύκειο Ουσιαστικό /ˈli.ci.o/ η δεύτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αμέσως μετά το γυμνάσιο.
912 αισθήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίσθημα.
913 τάφο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του τάφος.
914 ειδικός Ουσιαστικό, Επίθετο /i.ðiˈkos/ ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νό…
915 γράψει Ρήμα θα γράψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γράφω.
916 ανοίξεις Ουσιαστικό, Ρήμα nominative/accusative/vocative plural of άνοιξη (ánoixi).
917 δεξί Επίθετο /ðeˈksi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεξής.
918 βουνό Ουσιαστικό /vuˈno/ ονομασία οικισμών της Ελλάδας.
919 γιατροί Ουσιαστικό /ʝaˈtɾi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιατρός.
920 καλύτερες Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλύτερη.
921 άργησα Ρήμα /ˈaɾ.ʝi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ.
922 κατηγορία Ουσιαστικό η απόδοση μομφής σε κάποιον, η δήλωση ότι κάποιος είναι ένοχος για μια ενέργεια, διέπραξε κάτι επιβλαβές σε βάρος άλλου…
923 τραύμα Ουσιαστικό /ˈtɾav.ma/ οποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση…
924 εαυτός Αντωνυμία /eafˈtos/ όταν το υποκείμενο της πρότασης και αυτό που δηλώνει η αντωνυμία είναι το ίδιο πρόσωπο ή πράγμα.
925 ψάρια Ουσιαστικό /ˈpsaɾ.ʝa/ η ποσότητα των ψαριών που πιάνει κάποιος σε ένα ψάρεμα.
926 οποιοδήποτε Αντωνυμία ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οποιοσδήποτε.
927 ρίξει Ρήμα /ˈɾi.ksi/
928 ενημερώσω Ρήμα /e.ni.meˈɾo.so/ θα ενημερώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενημερώνω.
929 μούτρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούτρο.
930 σίγουροι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίγουρος.
931 νέες Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του νέος.
932 ανοιχτά Επίθετο, Επίρρημα απερίφραστα, ειλικρινά.
933 κερδίσω Ρήμα /cerˈði.so/ θα κερδίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κερδίζω.
934 γνωρίσεις Ρήμα θα γνωρίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωρίζω.
935 ανθρώπινη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπινός.
936 αριστερό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αριστερός.
937 νέας Επίθετο feminine genitive singular of νέος (néos).
938 λαίδη Ουσιαστικό /ˈle.ði/ άλλη γραφή του λέδη.
939 συνεργάτης Ουσιαστικό /si.neɾˈɣa.tis/ που εργάζεται μαζί με κάποιον άλλο ή άλλους.
940 φυσιολογικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φυσιολογικός.
941 βλέμμα Ουσιαστικό /ˈvle.ma/ ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ.
942 δικαιολογία Ουσιαστικό /ðiceoloˈʝia/ ο λόγος που επικαλείται κάποιος για να εξηγήσει μια ενέργεια ή παράλειψή του ώστε να ζητήσει την κατανόηση ή τη συγγνώμη…
943 κίνητρο Ουσιαστικό /ˈci.ni.tro/ κάτι που δημιουργεί θετικό κλίμα ή παρέχει σε κάποιον θετικούς λόγους, για να κάνει μια ορισμένη ενέργεια.
944 συνέβαινε Ρήμα
945 φτιάξεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα φτιάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτιάχνω.
946 έγινες Ρήμα
947 επίσκεψη Ουσιαστικό /eˈpi.sce.psi/ το να πάει κάποιος (ή να έρθει) σε κάποιον και η παραμονή μαζί του.
948 αργήσει Ρήμα θα αργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αργώ.
949 συν Ουσιαστικό, Πρόθεση /sin/ cos, the symbol for συνημίτονο the trigonometric function cosine.
950 Κλάις Ουσιαστικό, Ρήμα β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλαίω.
951 δόση Ουσιαστικό /ˈðosi/ η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική.
952 κανονίσω Ρήμα θα κανονίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κανονίζω.
953 κοιμηθεί Ρήμα /ci.miˈθi/ θα κοιμηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιμάμαι.
954 έλεος Ουσιαστικό, Επιφώνημα /ˈeleos/ η προσφορά προς κάποιον, που είναι αποτέλεσμα της αγάπης και της συμπόνιας για αυτόν.
955 πόνος Ουσιαστικό /ˈpo.nos/ δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ.
956 ψάξω Ρήμα θα ψάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω.
957 πραγματικός Ουσιαστικό, Επίθετο /pɾaɣmatiˈkos/ (Ουσιαστικό).
958 Χάζη Ουσιαστικό, Επίθετο /xaˈzi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαζός.
959 έσωσες Ρήμα /ˈe.so.ses/ β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω.
960 παρεμπιπτόντως Επίρρημα κατά παρέμβαση στο κυρίως θέμα, σαν σε παρένθεση, εκτός θέματος, συμπτωματικά, παρενθετικά, όχι προγραμματισμένα, τυχαία.
961 ανοιχτό Επίθετο /a.niˈxto/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανοιχτός.
962 μοντέλο Ουσιαστικό /moˈdelo/ επαγγελματίας που εργάζεται στο χώρο της μόδας ή σε προώθηση προϊόντων, που παρουσιάζεται / φωτογραφείται φορώντας ρούχα…
963 ζητήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήτηση.
964 πίνω Ρήμα /ˈpi.no/ καπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό.
965 πράμα Ουσιαστικό /ˈpɾa.ma/ γεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο).
966 εξαφανιστεί Ρήμα θα εξαφανιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξαφανίζομαι.
967 μπάτσους Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του μπάτσος.
968 τρομακτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρομακτικός.
969 τυχεροί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυχερός.
970 ημερολόγιο Ουσιαστικό /i.me.ɾoˈlo.ʝi.o/ σύστημα που ακολουθείται από ένα ή περισσότερους λαούς σχετικά με τον καθορισμό της διάρκειας του έτους, των μηνών, τον…
971 στυλ Ουσιαστικό άλλη γραφή του στιλ.
972 ποινή Ουσιαστικό /piˈni/ τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία.
973 ύποπτο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ύποπτος.
974 θυμήσου Ρήμα
975 αδέρφια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέρφι.
976 παίρνουμε Ρήμα
977 τέλειος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈte.li.os/ που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος.
978 πορτοφόλι Ουσιαστικό /poɾ.toˈfo.li/ μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων.
979 ανόητος Επίθετο /aˈno.i.tos/ που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο χωρίς μυαλό.
980 σελίδα Ουσιαστικό /[sɛˈliða]/ αρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογι…
981 γουρούνι Ουσιαστικό /ɣuˈɾuni/ είδος οικόσιτου θηλαστικού, ο χοίρος, το είδος Sus scrofa domesticus.
982 μάγισσα Ουσιαστικό /ˈma.ʝi.sa/ αυτή που ασκεί τη μαγεία, που επικαλείται τις υπερφυσικές δυνάμεις με ξόρκια, φίλτρα ή τελετές.
983 πετάξω Ρήμα θα πετάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ.
984 αποφασίσει Ρήμα θα αποφασίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποφασίζω.
985 μεσάνυχτα Ουσιαστικό /meˈsa.ni.xta/ η μέση της νύχτας, όταν το ρολόι δείχνει 12.
986 προχωρήσουμε Ρήμα θα προχωρήσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προχωρώ.
987 μπορέσεις Ρήμα θα μπορέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ.
988 γνωριμία Ουσιαστικό η κοινωνική σχέση κατά την οποία γινόμαστε οικείοι με κάποιον άλλο.
989 μυστική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυστικός.
990 βραβείο Ουσιαστικό τιμητική υλική ή ηθική ανταμοιβή.
991 φήμες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φήμη.
992 αστυνόμε Ουσιαστικό κλητική ενικού του αστυνόμος.
993 καταφύγιο Ουσιαστικό /ka.taˈfi.ʝi.o/ εκεί που κάποιος είναι ή αισθάνεται προστατευμένος από κάτι εχθρικό ή απειλητικό.
994 αμφιβάλλω Ρήμα /aɱ.fiˈva.lo/ δεν είμαι βέβαιος, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι σωστό.
995 κέρδισε Ρήμα /ˈceɾ.ði.se/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω.
996 κάλεσα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ.
997 σώσουμε Ρήμα θα σώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σώζω.
998 μιλήσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ.
999 παλτό Ουσιαστικό /palˈto/ βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα.
1000 επομένως Επίρρημα, Σύνδεσμος /epoˈmenos/ consequently, therefore, accordingly.
1001 τατουάζ Ουσιαστικό /ta.tuˈaz/ η χάραξη της επιδερμίδας με ειδικά εργαλεία, που με μικρά τσιμπήματα εκχύουν χρωστικές ουσίες, ώστε να δημιουργούνται αν…
1002 αγαπούσα Ρήμα /a.ɣaˈpu.sa/ α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αγαπάω.
1003 έδειξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω.
1004 κλειστό Ουσιαστικό, Επίθετο /kliˈsto/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλειστός.
1005 παράτησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ.
1006 γραμμές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμή.
1007 εξηγήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /e.ksiˈʝi.sis/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξήγηση.
1008 διασκεδαστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διασκεδαστικός.
1009 θάρρος Ουσιαστικό /ˈθa.ɾos/ η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον.
1010 λα Ουσιαστικό η έκτη νότα στην κλίμακα του ντο.
1011 άρχισαν Ρήμα /ˈar.çi.san/ γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω.
1012 συναρπαστικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συναρπαστικός.
1013 τοποθεσία Ουσιαστικό /to.po.θeˈsi.a/ η θέση ενός αντικειμένου σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς του χώρου.
1014 φάρμακο Ουσιαστικό /ˈfar.ma.ko/ για χρήση οποιασδήποτε μη φυσικής και συνήθως χημικής ουσίας.
1015 σύνδεση Ουσιαστικό η συσχέτιση ενός ονόματος (μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ) με μια οντότητα (κώδικας ή δεδομένα) ενός προγράμματος.
1016 φορτηγάκι Ουσιαστικό μικρό φορτηγό αυτοκίνητο (συνήθως κλειστού τύπου).
1017 είσοδο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του είσοδος.
1018 φόνος Ουσιαστικό /ˈfo.nos/ η αφαίρεση ζωής με δόλο και προμελέτη ή εν βρασμώ ψυχής.
1019 θεωρώ Ουσιαστικό, Ρήμα /θe.o.ˈro/ (Ουσιαστικό).
1020 κατάλαβε Ρήμα /kaˈta.la.ve/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω.
1021 κοινωνία Ουσιαστικό /ki.noˈni.a/ σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες.
1022 κατάρα Ουσιαστικό, Επιφώνημα /kaˈta.ɾa/ ορεινό πέρασμα στην Πίνδο μεταξύ Ιωαννίνων και Γρεβενών.
1023 γεννήθηκε Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι.
1024 καναπέ Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καναπές.
1025 έφαγε Ρήμα /ˈe.fa.ʝe/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω.
1026 βγαίνω Ρήμα /ˈvʝe.no/ αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις.
1027 κατάστημα Ουσιαστικό /kaˈta.sti.ma/ ο χώρος ή το κτήριο όπου στεγάζει τις δραστηριότητές του ένας επαγγελματίας, έμπορος ή μία εταιρεία ώστε να έρχεται σε ε…
1028 ακολουθεί Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ακολουθώ.
1029 όσον Επίρρημα, Αντωνυμία /ˈo.son/ archaic form of όσος (ósos).
1030 χαζός Ουσιαστικό, Επίθετο /xaˈzos/ ανδρικό επώνυμο.
1031 αίτηση Ουσιαστικό /ˈetisi/ έγγραφη, κυρίως, αναφορά ενός ιδιώτη προς κάποια Αρχή, με την οποία ζητά κάτι.
1032 χ Ουσιαστικό /x/ ονομασία ελληνικής εθνικιστικής, αντικομμουνιστικής οργάνωσης της περιόδου 1941-1946, υπό τον Γεώργιο Γρίβα.
1033 γκαράζ Ουσιαστικό /ɡaˈɾaz/ υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ώστε να σταθμεύονται και να φυλάσσονται αυτοκίνητα.
1034 διαβάζεις Ρήμα β΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος διαβάζω.
1035 ροζ Ουσιαστικό, Επίθετο ερωτικός, σεξουαλικός, σεξουλιάρικος.
1036 βγαίνεις Ρήμα /ˈvʝe.nis/
1037 ρίσκο Ουσιαστικό /ˈɾi.sko/ η επίπτωση της αβεβαιότητας στις επενδύσεις ή, γενικότερα, στην οικονομική κατάσταση του ατόμου.
1038 μισά Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισό.
1039 Φαέ Ουσιαστικό, Ρήμα, Φράση /faˈe/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρώω.
1040 φαντασία Ουσιαστικό /fan.daˈsi.a/ κάτι που δεν είναι πραγματικό αλλά έχει αναπαραχθεί στο μυαλό κάποιου.
1041 προσπαθώντας Ρήμα /pɾos.paˈθon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσπαθώ.
1042 ρωτάω Ρήμα /ɾoˈta.o/ to enquire (UK), inquire (US).
1043 πολίτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτης.
1044 μεριά Ουσιαστικό /meˈɾi̯a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερί.
1045 φέτος Επίρρημα /ˈfetos/ το τρέχον έτος, στη χρονιά που διανύουμε.
1046 χειρότερη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρότερος.
1047 ζήτημα Ουσιαστικό /ˈzi.ti.ma/ αυτό που ζητώ να βρω, να λύσω, να εξηγήσω, να ερμηνεύσω, να αντιμετωπίσω.
1048 επιτέθηκε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι.
1049 κατεύθυνση Ουσιαστικό /kaˈte.fθin.si/ η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστ…
1050 σερίφης Ουσιαστικό /seˈɾi.fis/ αστυνομικό όργανο, που εκλέγεται ή ορίζεται στη θέση αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα.
1051 λίρες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίρα.
1052 σημεία Ουσιαστικό /siˈmi.a/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημείο.
1053 βγάλτε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω.
1054 πίτσα Ουσιαστικό /ˈpi.t͡sa/ στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθ…
1055 αλλάξουμε Ρήμα θα αλλάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλάζω.
1056 μαμάς Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
1057 άμεσα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα (Ουσιαστικό).
1058 σύμπτωση Ουσιαστικό /ˈsim.pto.si/ η τυχαία, αναπάντεχη ταυτόχρονη εμφάνιση δύο γεγονότων.
1059 καταιγίδα Ουσιαστικό /ka.teˈʝi.ða/ πολύ δυνατή βροχή που συνοδεύεται από αστραπές, κεραυνούς και ισχυρούς ανέμους.
1060 αποδείξω Ρήμα θα αποδείξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αποδεικνύω.
1061 τυρί Ουσιαστικό /tiˈɾi/ φτηνή, εύκολη τακτική ή στρατηγική που εκμεταλλεύεται κάποια λειτουργία του παιχνιδιού προς διευκόλυνσή του για αυτόν πο…
1062 μπήκες Ρήμα /ˈbi.ces/ β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω.
1063 συμμορία Ουσιαστικό /si.moˈɾi.a/ ομάδα τριών τουλάχιστον κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους.
1064 δρόμου Ουσιαστικό γενική ενικού του δρόμος.
1065 καλέ Ουσιαστικό, Επίθετο, Επιφώνημα /kaˈle/ κλητική ενικού του καλός.
1066 πήρατε Ρήμα β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω.
1067 δημοσιά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα μπροστά σε κοινό, με ανοιχτό και δημόσιο τρόπο.
1068 σκόνη Ουσιαστικό /ˈsko.ni/ στερεή ουσία που έχει τριφτεί και αποτελείται από πολύ μικρούς και λεπτούς κόκκους.
1069 ρομπότ Ουσιαστικό /ɾoˈbot/ αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανι…
1070 αγοράσει Ρήμα /a.ɣoˈɾa.si/ θα αγοράσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω.
1071 φαντάσου Ρήμα /fanˈda.su/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι.
1072 επιφάνεια Ουσιαστικό /e.piˈfa.ni.a/ το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον το…
1073 ευγνώμων Ουσιαστικό, Επίθετο /evˈɣno.mon/ (Ουσιαστικό).
1074 παράδεισο Ουσιαστικό ο παράδεισος.
1075 οικογένειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογένεια.
1076 φανταστώ Ρήμα θα φανταστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φαντάζομαι.
1077 προσπαθήσεις Ρήμα θα προσπαθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ.
1078 γκόμενα Ουσιαστικό /ˈɡomena/ η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις.
1079 προκάλεσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ.
1080 χειρουργείο Ουσιαστικό /çi.ɾuɾˈʝi.o/ αίθουσα νοσοκομείου (ή κλινικής) όπου γίνονται οι χειρουργικές επεμβάσεις.
1081 σούπερ Ουσιαστικό, Επίθετο που έχει την ανεπιφύλακτη αποδοχή μας, φοβερός, καταπληκτικός, υπέροχος.
1082 παρεξήγηση Ουσιαστικό /paɾekˈsiʝisi/ η λανθασμένη ερμηνεία των λόγων και των πράξεων ενός ανθρώπου και η απόδοση σε αυτόν κακών προθέσεων.
1083 ηλίθιοι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλίθιος.
1084 δουλειάς Ουσιαστικό γενική ενικού του δουλειά.
1085 απώλεια Ουσιαστικό /aˈpo.li.a/ ο θάνατος ενός συγγενούς ή γενικότερα ενός σημαντικού ανθρώπου, ο χαμός.
1086 φασαρία Ουσιαστικό /fasaˈɾia/ ο σαματάς, η ηχορύπανση, ο θόρυβος.
1087 ιδιαίτερο Ουσιαστικό, Επίθετο μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περ…
1088 στείλουμε Ρήμα θα στείλουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω.
1089 σίγουρο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σίγουρος.
1090 ημερομηνία Ουσιαστικό /i.me.ro.miˈni.a/ η ένδειξη της μέρας, του μήνα και του χρόνου.
1091 νεαρός Ουσιαστικό, Επίθετο νέος στην ηλικία.
1092 ζούσε Ρήμα
1093 σήκωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω.
1094 εξέταση Ουσιαστικό /eˈkse.ta.si/ η διαδικασία με την οποία ο διδάσκων κάνει ερωτήσεις προφορικά ή γραπτά σε έναν μαθητή προκειμένου να τον βαθμολογήσει.
1095 θυμωμένη Ρήμα /θi.moˈme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμωμένος.
1096 άγρια Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άγριος.
1097 ζήτω Επιφώνημα /ˈzi.to/ κραυγή επευφημίας ή ενθουσιασμού.
1098 βγάζω Ρήμα /ˈvɣazo/ αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου.
1099 εκπαίδευση Ουσιαστικό /ekˈpe.ðef.si/ η διαδικασία μετάδοσης γνώσης και εμπειρίας καθώς και η καλλιέργεια και ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων ενός ατόμ…
1100 δεδομένα Ουσιαστικό στοιχεία, πληροφορίες, σε δυαδική μορφή που εισάγονται προς επεξεργασία σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή προβάλλονται ως…
1101 κουρασμένη Ρήμα /kuraˈzmeni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρασμένος.
1102 πράξεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράξη.
1103 επιταγή Ουσιαστικό /e.pi.taˈʝi/ αξιόγραφο με το οποίο ο εκδότης του εγγράφου δίνει εντολή στον πληρωτή (πιστωτικό ίδρυμα) να πληρώσει στο όνομα του πρώτ…
1104 καθηγητά Ουσιαστικό κλητική ενικού του καθηγητής.
1105 συναίσθημα Ουσιαστικό /siˈne.sθi.ma/ η ψυχική κατάσταση, ευχάριστη ή δυσάρεστη που συνδέεται με τα αισθήματα (τις εντυπώσεις που έχουμε απ' τις αισθήσεις μας…
1106 βιβλιοθήκη Ουσιαστικό /vivlioˈθici/ δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα. Στην περίπτω…
1107 φωνάζεις Ρήμα /foˈna.zis/
1108 κωδικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κωδικός.
1109 εξήγηση Ουσιαστικό /eˈksi.ʝi.si/ σαφής και διεξοδική έκθεση των λεπτομερειών που σχετίζονται με ένα αντικείμενο (γεγονός, κατάσταση κλπ) ώστε να αυτό να…
1110 γράφω Ρήμα /ˈɣra.fo/ ενεργώ ώστε κάποιος να γίνει μέλος ενός οργανισμού ή μαθητής/σπουδαστής ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος.
1111 αντάλλαγμα Ουσιαστικό αυτό που παίρνει κάποιος στη θέση κάποιου άλλου (συνήθως ίσης αξίας) που δίνει ή το αντίθετο.
1112 σταρ Ουσιαστικό το επίκεντρο της προσοχής μιας παρέας ή ομάδας.
1113 περάσετε Ρήμα /peˈɾa.se.te/ θα περάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ.
1114 ασφάλειας Ουσιαστικό γενική ενικού του ασφάλεια.
1115 λείπουν Ρήμα /ˈli.pun/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του λείπω.
1116 παγωτό Ουσιαστικό /pa.ɣoˈto/ παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής, που φτιάχνεται με βάση το γάλα και τρώγεται παγωμένο.
1117 έγγραφα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έγγραφος.
1118 πέσε Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈpe.se/ β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου (έπεσα) του πέφτω.
1119 οδήγησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ.
1120 πλήρωμα Ουσιαστικό το προσωπικό, το σύνολο των ατόμων που χρησιμοποιείται σε ένα μεταφορικό μέσο εάν κατά τη μετακίνησή του χρειάζεται τουλ…
1121 τελική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελικός.
1122 καρκίνο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του καρκίνος.
1123 πλήρωσε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω.
1124 κελί Ουσιαστικό το κοίλο μέρος σε μία κηρήθρα, στο οποίο οι μέλισσες τοποθετούν τα αβγά τους προς εκκόλαψη ή το μέλι τους.
1125 αφότου Σύνδεσμος /aˈfo.tu/ από τότε που.
1126 χρησιμοποιήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα /xɾi.si.mo.piˈi.sis/ nominative/accusative/vocative plural of χρησιμοποίηση (chrisimopoíisi).
1127 βρίσκει Ρήμα γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βρίσκω.
1128 έστειλαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω.
1129 αφήσουν Ρήμα θα αφήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνω.
1130 μάσκα Ουσιαστικό /ˈmas.ka/ καλύπτρα των ματιών ή όλου του προσώπου για μεταμφίεση στις αποκριές ή σε άλλες περιστάσεις κατά τις οποίες κάποιος θέλε…
1131 φωνές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνή.
1132 παρόλο Ουσιαστικό, Σύνδεσμος /paˈɾo.lo/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1133 γίνετε Ρήμα /ˈʝi.ne.te/ β΄ πρόσωπο πληθυντικού εξαρτημένου τύπου ενεστώτα του γίνομαι.
1134 μονοπάτι Ουσιαστικό /mo.noˈpa.ti/ στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων.
1135 εκείνους Επίθετο, Αντωνυμία accusative masculine plural of εκείνος (ekeínos).
1136 δώσουν Ρήμα θα δώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δίνω.
1137 εξοπλισμό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του εξοπλισμός.
1138 κλινική Ουσιαστικό, Επίθετο /kli.niˈci/ ιδιωτικό ίδρυμα περίθαλψης των ασθενών.
1139 ύστερα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα, Σύνδεσμος, Επιφώνημα /ˈistera/ το όργανο του θηλυκού, ανθρώπων και ζώων, στο οποίο κυοφορείται τό έμβρυο.
1140 τιμωρία Ουσιαστικό punishment.
1141 καθηγητή Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθηγητής.
1142 Μικρές Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρή.
1143 πλούσιος Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈplusios/ που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία.
1144 νεαρή Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεαρός.
1145 μπορέσει Ρήμα θα μπορέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπορώ.
1146 φορτίο Ουσιαστικό το σύνολο των αντικειμένων που μεταφέρει ένας άνθρωπος, ένα ζώο ή ένα φορτηγό μεταφορικό μέσο.
1147 μάρτυρα Ουσιαστικό /ˈmaɾ.ti.ɾa/ genitive/accusative/vocative singular of μάρτυρας (mártyras).
1148 αποφάσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφαση.
1149 ιδιοκτήτης Ουσιαστικό /i.ði.oˈkti.tis/ αυτός που έχει δικό του, ιδιοκτησία του, κάτι.
1150 μηχανές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανή.
1151 χάνω Ρήμα /ˈxa.no/ λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών.
1152 νύφη Ουσιαστικό /ˈni.fi/ η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή την ώρα του γάμου της.
1153 περίοδο Ουσιαστικό /pe.ri.ˈo.ðo/ αιτιατική ενικού του περίοδος.
1154 δούλεψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω.
1155 κυρίου Ουσιαστικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1156 σιωπή Ουσιαστικό /si.oˈpi/ διαταγή ή προτροπή ή παράκληση σε κάποιον/κάποιους να σταματήσουν να μιλούν.
1157 ήχο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του ήχος.
1158 μεταφορά Ουσιαστικό /me.ta.foˈɾa/ σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου αποδίδονται (μεταφέρονται) σε ένα άλλο, το οποίο έχει διαφορετικά…
1159 νιώσεις Ρήμα θα νιώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος νιώθω.
1160 ξεκινήσω Ρήμα θα ξεκινήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ξεκινώ.
1161 ΕΦΤΑ Επίθετο, Φράση /eˈfta/ το απόλυτο αριθμητικό (7) που ακολουθεί το έξι και προηγείται του οχτώ.
1162 εντυπωσιακό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εντυπωσιακός.
1163 μεσημεριανό Ουσιαστικό, Επίθετο το μεσημεριανό γεύμα.
1164 ασανσέρ Ουσιαστικό /asanˈseɾ / σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου.
1165 απίθανο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απίθανος.
1166 σκοπός Ουσιαστικό /skoˈpos/ η μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλ…
1167 σοφία Ουσιαστικό /soˈfi.a/ το να είναι κάποιος σοφός, η ιδιότητα του σοφού, η επιτυχώς εφαρμοσμένη γνώση του κόσμου και των πραγμάτων.
1168 συναισθήματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναίσθημα.
1169 ξέχασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ.
1170 ποιανού Αντωνυμία masculine/neuter genitive singular of ποιος (poios, “who; which”).
1171 χιλιάρικα Ουσιαστικό /çiˈʎa.ɾi.ka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρικο.
1172 νέοι Επίθετο /ˈne.i/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέος.
1173 καπετάνιε Ουσιαστικό κλητική ενικού του καπετάνιος.
1174 τελετή Ουσιαστικό /te.leˈti/ ο εορτασμός μιας επετείου ή ενός γεγονότος με επισημότητα και κάποιο τελετουργικό.
1175 δηλητήριο Ουσιαστικό /ði.liˈti.ɾi.o/ οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει σοβαρή σωματική ή ηθική βλάβη.
1176 Περίεργος Ουσιαστικό, Επίθετο /peˈɾi.eɾ.ɣos/ που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και γ…
1177 αναφορές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφορά.
1178 προσπαθήσει Ρήμα /pɾo.spaˈθi.si/ θα προσπαθήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσπαθώ.
1179 καλεί Ρήμα /kaˈli/
1180 πιάστε Ρήμα β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
1181 φτάσω Ρήμα θα φτάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω.
1182 μπόρεσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ.
1183 τζάκι Ουσιαστικό /ˈd͡za.ci/ η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο.
1184 εχθρό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του εχθρός.
1185 αα Φράση /ˈalfa ˈalfa/ Ανώνυμοι Αλκοολικοί : ελληνική συντομογραφή της οργάνωσης υποστήριξης αλκοολικών, ισοδύναμη της αγγλικής AA (λατινικό αλ…
1186 ανοίγει Ρήμα
1187 εκπληκτικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκπληκτικός.
1188 λέγε Ρήμα /ˈle.ʝe/ β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω.
1189 νέους Ουσιαστικό, Επίθετο αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέος.
1190 αυτοκτονία Ουσιαστικό /aftoktoˈnia/ η πράξη με την οποία κάποιος βάζει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του.
1191 ηρεμήστε Ρήμα /i.ɾeˈmi.ste/ β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ.
1192 ευχαρίστως Επίρρημα /e.fxaˈɾi.stos/ όταν κάνουμε ή δεχόμαστε κάτι.
1193 υπέροχος Ουσιαστικό, Επίθετο /iˈpeɾoxos/ ανδρικό όνομα.
1194 ακτή Ουσιαστικό /aˈkti/ το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, παραλία.
1195 κρύβεται Ρήμα /ˈkɾi.ve.te/
1196 υποστήριξη Ουσιαστικό /i.poˈsti.ɾi.ksi/ η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ρήματος υποστηρίζω.
1197 συγκεκριμένο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συγκεκριμένος.
1198 έριξε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω.
1199 πουλιά Ουσιαστικό /[puˈʎa]/ μεταλλικός δίσκος, μικρού μεγέθους, που συνήθως ράβεται σε γυναικεία φορέματα ή κεντήματα σαν στολίδι.
1200 ελεύθερα Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα nominative/accusative/vocative neuter plural of ελεύθερος (eléftheros).
1201 σταματήσουν Ρήμα θα σταματήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταματώ.
1202 κινήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνηση.
1203 αρχίδια Ουσιαστικό /aɾˈçi.ðʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχίδι.
1204 μείνουν Ρήμα θα μείνουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω.
1205 δωμάτια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωμάτιο.
1206 καθίκι Ουσιαστικό /kaˈθici/ άλλη γραφή του καθοίκι.
1207 κοιτάζω Ρήμα /ciˈta.zo/ στρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι.
1208 πολιτεία Ουσιαστικό /po.liˈti.a/ έργο του Πλάτωνα το οποίο χωρίζεται σε 10 βιβλία, γράφτηκε μεταξύ 375 και 380 π.Χ. και πραγματεύεται κυρίως τα ιδανικά κ…
1209 ακολουθήστε Ρήμα /a.ko.luˈθi.ste/ β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ.
1210 απίστευτα Επίθετο, Επίρρημα /aˈpi.ste.fta/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απίστευτος.
1211 ψάξουμε Ρήμα θα ψάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάχνω.
1212 μεσημέρι Ουσιαστικό /me.siˈme.ɾi/ το μέσο της ημέρας, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το απόγευμα. Συνήθως αναφέρεται στο διάστημα 12-3 μ.μ.
1213 καλέσει Ρήμα θα καλέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ.
1214 δοκιμάσεις Ρήμα θα δοκιμάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω.
1215 μακρυά Επίρρημα άλλη γραφή του μακριά.
1216 δικαιώματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαίωμα.
1217 οπωσδήποτε Επίρρημα /o.pozˈði.po.te/ με κάθε τρόπο, σε οποιαδήποτε περίπτωση.
1218 σκεφτούμε Ρήμα θα σκεφτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκέφτομαι.
1219 λειτουργία Ουσιαστικό /li.tuɾˈʝi.a/ τιμητικός τρόπος φορολόγησης των πλούσιων πολιτών, μέσω της υποχρέωσής τους να αναλάβουν και να χρηματοδοτήσουν έργα δημ…
1220 σύμβουλος Ουσιαστικό /ˈsiɱ.vu.los/ εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με ειδικά προσόντα που έχει ως αποστολή του να συμβουλεύει τ…
1221 ψυγείο Ουσιαστικό /psiˈʝi.o/ ειδικό φορτηγό το οποίο μεταφέρει κρέατα απ' το σφαγείο στον τόπο πώλησής τους.
1222 λείπεις Ρήμα /ˈli.pis/
1223 αντικείμενο Ουσιαστικό /an.diˈci.me.no/ object: μία αυτοτελής οντότητα, που έχει ορισθεί εκ των προτέρων ή δημιουργείται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμ…
1224 ευγενικός Ουσιαστικό, Επίθετο /[ɛvʝɛniˈkɔs]/ ευγενούς, αριστοκρατικής καταγωγής.
1225 κράτηση Ουσιαστικό /ˈkɾa.ti.si/ η εξασφάλιση ή η αναγνώριση κατοχής μιας θέσης σε μεταφορικό μέσο, θέατρο κ.λπ., ή ενός δωματίου σε ξενοδοχείο.
1226 έρθουμε Ρήμα θα έρθουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος έρχομαι.
1227 χίλια Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈçi.ʎa/ γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χίλιας.
1228 τες Αντωνυμία, Άρθρο /tes/ Αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού. Χρησιμοποιείται μόνο…
1229 έβγαλα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω.
1230 αναλάβω Ρήμα /a.naˈla.vo/ θα αναλάβω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλαμβάνω.
1231 κάτσω Ρήμα θα κάτσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάθομαι.
1232 διαβάζω Ρήμα /ðʝaˈvazo/ απαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό.
1233 εισιτήριο Ουσιαστικό, Επίθετο /i.siˈti.ɾi.o/ δελτίο που αγοράζει κάποιος και του δίνει το δικαίωμα εισόδου σε ένα συγκοινωνιακό μέσο ή θέαμα.
1234 άφησαν Ρήμα γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω.
1235 άδικο Ουσιαστικό, Επίθετο έχω άδικο: κάνω λάθος.
1236 μαθητές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητής.
1237 πιάσεις Ρήμα θα πιάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιάνω.
1238 αμήν Ουσιαστικό, Επιφώνημα /a.ˈmin/ τυπική κατάληξη προσευχών.
1239 μιλώντας Ρήμα /miˈlon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μιλάω / μιλώ.
1240 παντρεμένη Ουσιαστικό, Ρήμα, Επίθετο /pan.dɾeˈme.ni/ τρόπος μαγειρέματος της φάβας.
1241 αστυνομικοί Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνομικός.
1242 μπουν Ρήμα θα μπουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω.
1243 ερώτημα Ουσιαστικό /eˈɾo.ti.ma/ κατηγορία εντολών προς αναζήτηση πληροφοριών σε βάση δεδομένων (πχ. select ... from ... ).
1244 ούτως Επίρρημα /ˈutos/ thus, so, like this, like that.
1245 ακολούθησε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ.
1246 αγώνας Ουσιαστικό /aˈɣo.nas/ οι αγώνες: οι αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ ομάδων, συλλόγων ή και κρατών, οι οποίες έχουν οργανωθεί μετά από επίσημη αν…
1247 Σπάσω Ουσιαστικό, Ρήμα θα σπάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπάω.
1248 παίζουμε Ρήμα /ˈpe.zu.me/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω.
1249 βαλίτσα Ουσιαστικό /vaˈli.t͡sa/ αποσκευή σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με σκληρά τοιχώματα, για τη μεταφορά ρούχων.
1250 περάσουν Ρήμα θα περάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περνώ.
1251 κατάθεση Ουσιαστικό η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω.
1252 προσέξτε Ρήμα /pɾoˈseks.te/ β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω.
1253 λαό Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του λαός.
1254 ξύπνησα Ρήμα /ˈksi.pni.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ.
1255 ενέργειας Ουσιαστικό γενική ενικού του ενέργεια.
1256 ιστορίας Ουσιαστικό γενική ενικού του ιστορία.
1257 αντίγραφο Ουσιαστικό /anˈdiɣɾafo/ προϊόν αναπαραγωγής ομοίου πράγματος ή γραπτού λόγου.
1258 χώρας Ουσιαστικό γενική ενικού του χώρα.
1259 μάχης Ουσιαστικό γενική ενικού του μάχη.
1260 θύματος Ουσιαστικό γενική ενικού του θύμα.
1261 μιλήσετε Ρήμα θα μιλήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μιλώ.
1262 απάτη Ουσιαστικό, Επίθετο, Αντωνυμία /[a.ˈpa.ti]/ ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι.
1263 γραφείς Ουσιαστικό, Ρήμα /ˈɣɾa.fis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γράφω.
1264 έφαγα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω.
1265 έπαιρνα Ρήμα α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του παίρνω.
1266 είδη Ουσιαστικό /iˈði/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδος.
1267 κοστούμι Ουσιαστικό /koˈstu.mi/ σύνολο ρούχων από το ίδιο ύφασμα, που περιλαμβάνει παντελόνι ή φούστα, σακάκι και μερικές φορές γιλέκο.
1268 έβαλαν Ρήμα /ˈe.va.lan/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάλλω.
1269 εννέα Ουσιαστικό, Επίθετο /eˈne.a/ απόλυτο αριθμητικό, ο αριθμός που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα· συμβολίζεται με τον αραβικό αριθμό 9, τον ε…
1270 κενό Ουσιαστικό, Επίθετο ένα χάσμα που διακόπτει τη συνέχεια μιας επιφάνειας.
1271 επιχειρήσεις Ουσιαστικό, Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχείρηση.
1272 πάθος Ουσιαστικό /ˈpa.θo̞s/ μεγάλη αγάπη και ενθουσιασμός για κάτι, ολοκληρωτική αφοσίωση, μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευ…
1273 κοιτάξεις Ρήμα θα κοιτάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοιτάζω.
1274 ψώνια Ουσιαστικό /ˈpso.ɲa/ τα εμπορεύματα που αγοράζονται κυρίως για κάλυψη αναγκών, όπως τα είδη διατροφής ή ρουχισμού.
1275 παραμένει Ρήμα /pa.ɾaˈme.ni/
1276 χαρακτήρα Ουσιαστικό /xa.ɾaˈkti.ɾa/ αιτιατική ενικού του χαρακτήρας.
1277 ξέφυγε Ρήμα /ˈkse.fi.ʝe/
1278 δοκιμάσουμε Ρήμα θα δοκιμάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δοκιμάζω.
1279 κοπέλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπέλα.
1280 χτύπησες Ρήμα /ˈxti.pi.ses/ β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ.
1281 τελειώσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα τελειώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω.
1282 προσφέρει Ρήμα
1283 τραγούδια Ουσιαστικό /tɾaˈɣu.ðʝa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγούδι.
1284 καταλάβουν Ρήμα /ka.taˈla.vun/ θα καταλάβουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω.
1285 φιλενάδα Ουσιαστικό /fi.leˈna.ða/ η φίλη (κυρίως γυναίκας).
1286 χρησιμοποιήσει Ρήμα θα χρησιμοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρησιμοποιώ.
1287 χτύπησα Ρήμα /ˈxti.pi.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ.
1288 εχθρούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του εχθρός.
1289 ποιες Αντωνυμία /ˈpçes/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ποιος.
1290 αναφέρει Ρήμα /a.naˈfe.ri/
1291 κοίταξα Ρήμα /ˈci.ta.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω.
1292 τρώνε Ρήμα
1293 ενισχύσεις Ουσιαστικό, Ρήμα θα ενισχύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενισχύω.
1294 καλοσύνη Ουσιαστικό /ka.loˈsi.ni/ η ιδιότητα του καλού, εκείνου που επιθυμεί την ειρήνη και την ευτυχία των συνανθρώπων του.
1295 έδινε Ρήμα
1296 συγγραφέας Ουσιαστικό /siŋ.ɣraˈfe.as/ το πρόσωπο που συγγράφει, που συντάσσει κείμενα (κυρίως επιστημονικά ή λογοτεχνικά).
1297 άγχος Ουσιαστικό /ˈaŋ.xos/ ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές…
1298 φάρμα Ουσιαστικό /ˈfaɾ.ma/ αγρόκτημα.
1299 ελικόπτερο Ουσιαστικό σκάφος που κινείται στον αέρα με μηχανοκίνητους έλικες.
1300 φαντάσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάντασμα.
1301 διοικητής Ουσιαστικό /ði.i.kiˈtis/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1302 λέγοντας Ρήμα /ˈle.ɣon.das/ μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λέω, λέγω.
1303 περήφανη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περήφανος.
1304 Πέρσι Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈpeɾ.si/ άλλη μορφή του πέρυσι.
1305 ευχαρίστηση Ουσιαστικό /ef.xaˈɾi.sti.si/ αίσθημα χαράς, αγαλλίασης.
1306 φυσικό Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φυσικός.
1307 μόνα Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονός.
1308 δάσκαλος Ουσιαστικό /ˈða.ska.los/ αυτός που αρέσκεται να δίνει συμβουλές στους άλλους.
1309 χάνει Ρήμα /ˈxa.ni/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χάνω.
1310 περνάω Ρήμα /peɾˈna.o/ εκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται).
1311 πετάξει Ρήμα θα πετάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετώ.
1312 ντους Ουσιαστικό /dus/ συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου.
1313 φαίνομαι Ρήμα /ˈfe.no.me/ είμαι ορατός, εμφανής.
1314 θόρυβο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του θόρυβος.
1315 ικανότητα Ουσιαστικό /i.kaˈno.ti.ta/ δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι.
1316 νεαρέ Επίθετο κλητική ενικού του νεαρός.
1317 σημαντικά Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντικό.
1318 στρατιώτη Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο.
1319 βίας Ουσιαστικό /ˈvi.as/ αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας.
1320 ποσό Ουσιαστικό ο αριθμός που δηλώνει ποσότητα.
1321 ανόητο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανόητος.
1322 χαμόγελο Ουσιαστικό /xaˈmo.ʝe.lo/ ελαφριά έκφραση του προσώπου, κυρίως του στόματος και των ματιών, χωρίς φωνή. Εκφράζει ικανοποίηση ή ειρωνεία.
1323 περασμένη Ρήμα /peraˈzmeni/ nominative/accusative/vocative feminine singular of περασμένος (perasménos).
1324 συνεργάτες Ουσιαστικό nominative/accusative/vocative plural of συνεργάτης (synergátis).
1325 πέρυσι Επίρρημα το έτος πριν το φετινό.
1326 κλήσεις Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήση.
1327 κοιμάμαι Ρήμα /ciˈma.me/ είμαι σε κατάσταση στην οποία δεν έχω συνειδητές αντιδράσεις στα περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα, σε κατάσταση ύπνου.
1328 συνάντησα Ρήμα α΄ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ.
1329 καταπληκτική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπληκτικός.
1330 κέρδισα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω.
1331 πιεις Ρήμα /pçs/ θα πιεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω.
1332 ιστορικό Ουσιαστικό, Επίθετο η καταγραφή όλων των ασθενειών και της εξέλιξης της υγείας ενός ασθενούς ή μιας οικογένειας.
1333 Ικανός Ουσιαστικό, Επίθετο /i.kaˈnos/ που κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία.
1334 σκοπεύω Ουσιαστικό, Ρήμα /skoˈpe.vo/ (Ουσιαστικό).
1335 ντουλάπα Ουσιαστικό /duˈla.pa/ μεγάλο έπιπλο με πόρτα ή πορτόφυλλα στο οποίο κρεμιούνται ή τοποθετούνται ρούχα.
1336 πλήρως Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈpli.ɾos/ (Ουσιαστικό).
1337 χαμηλά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χαμηλάς.
1338 τούρτα Ουσιαστικό /ˈtuɾ.ta/ γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στ…
1339 σκάλες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάλα.
1340 συγγενείς Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συγγενής.
1341 προφίλ Ουσιαστικό ο χαρακτήρας, το στυλ, ο τρόπος συμπεριφοράς.
1342 αλλαγές Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαγή.
1343 κόλπα Ουσιαστικό /ˈkol.pa/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλπο.
1344 σοκ Ουσιαστικό το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού.
1345 οικονομικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομικό.
1346 χειριστώ Ρήμα /çi.ɾiˈsto/ θα χειριστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χειρίζομαι.
1347 ίντερνετ Ουσιαστικό /ˈin.teɾ.net/ το διαδίκτυο.
1348 φτερά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερό.
1349 κανάλι Ουσιαστικό /kaˈna.li/ link: τα υλικά μέσα (hardware) που συνδέουν τους κόμβους (nodes) ενός δικτύου, όπως ειδικά ηλεκτρικά καλώδια, οπτικές ίν…
1350 γύρο Ουσιαστικό /ˈʝi.ɾo/ αιτιατική ενικού του γύρος.
1351 εκείνες Αντωνυμία ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους (εκείνη) του εκείνος.
1352 κόψε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κόβω.
1353 εθνική Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνικός.
1354 οποιοσδήποτε Αντωνυμία /o.pçozˈði.po.te/ όποιος, ένας τυχαίος, τυχών (δήλωση αοριστίας με έμφαση ή αδιαφορίας).
1355 κάρτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρτα.
1356 αέρας Ουσιαστικό /aˈe.ɾas/ η υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσ…
1357 σοκολάτα Ουσιαστικό /so.koˈla.ta/ ζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθ…
1358 μυστήριο Ουσιαστικό /[miˈstiɾiɔ]/ η καθεμία από τις επτά κύριες τελετές της χριστιανικής θρησκείας (βάπτισμα, χρίσμα, Θεία Ευχαριστία, εξομολόγηση, ευχέλα…
1359 κασέτα Ουσιαστικό /kaˈse.ta/ θήκη με μαγνητοταινία για εγγραφή ήχων, εικόνων ή δεδομένων.
1360 ελέγχει Ρήμα /eˈleŋ.çi/
1361 χάος Ουσιαστικό /ˈxa.os/ ακαταστασία, η ανοργανωσιά, αταξία.
1362 οχτώ Ουσιαστικό, Επίθετο /oˈxto/ το απόλυτο αριθμητικό (8) που ακολουθεί το επτά και προηγείται του εννιά.
1363 άλλως Επίρρημα /ˈa.los/ αλλιώς, αλλιώτικα, αλλοτρόπως, με διαφορετικό τρόπο.
1364 πανέμορφη Επίθετο /paˈne.moɾ.fi/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανέμορφος.
1365 σούπα Ουσιαστικό /ˈsu.pa/ ρευστό ή παχύρρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ή ψαριού, ή λαχανικών που έχουν βράσει. Σερ…
1366 μισείς Ρήμα /miˈsis/ β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ.
1367 φώναξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω.
1368 χαίρετε Ουσιαστικό, Ρήμα, Επιφώνημα /ˈçe.re.te/ (Ουσιαστικό).
1369 ανά Ουσιαστικό, Πρόθεση πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε».
1370 έφτασα Ρήμα /ˈe.fta.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω.
1371 δεδομένων Ουσιαστικό, Ρήμα genitive plural of δεδομένο (dedoméno).
1372 κουμπί Ουσιαστικό /kumˈbi/ το μικρό εξάρτημα της ενδυμασίας που είναι ραμμένο μόνιμα στο ρούχο. Κατασκευάζεται από διάφορα υλικά, έχει ποικίλα σχήμ…
1373 νύχια Ουσιαστικό γρατζουνιά, σκίσιμο της επιδερμίδας που προκαλείται από νύχι (ή νύχια).
1374 τυχαία Επίθετο, Επίρρημα /tiˈçe.a/ χωρίς να το περιμένω, κατά τύχη, αναπάντεχα.
1375 βυζιά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζί.
1376 αγοράσεις Ρήμα θα αγοράσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγοράζω.
1377 Σπανιά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα σε σπάνιες περιπτώσεις.
1378 βουνά Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουνό.
1379 πιάτο Ουσιαστικό /ˈpça.to/ σκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα.
1380 σενάριο Ουσιαστικό το κείμενο που περιγράφει αναλυτικά την πλοκή, τις σκηνές και τους διαλόγους μιας κινηματογραφικής (ή τηλεοπτικής) ταινί…
1381 σεζόν Ουσιαστικό /seˈzon/ η χρονική περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι.
1382 ζωντανοί Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωντανός.
1383 κολλήσει Ρήμα /koˈli.si/ θα κολλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κολλάω.
1384 αξιωματικός Ουσιαστικό, Επίθετο /a.ksi.o.ma.tiˈkos/ που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα.
1385 συνεχίσει Ρήμα /si.neˈçi.si/ θα συνεχίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω.
1386 καρδιάς Ουσιαστικό /kaɾˈðʝas/ γενική ενικού του καρδιά.
1387 άμα Σύνδεσμος /ˈa.ma/ αφού, επειδή.
1388 ήμαστε Ρήμα /ˈimaste/ α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι.
1389 σκιά Ουσιαστικό /sciˈa/ η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευ…
1390 χείλη Ουσιαστικό /ˈçili/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλος.
1391 δάχτυλα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάχτυλο.
1392 εννιά Επίθετο /eˈɲa/ το απόλυτο αριθμητικό (9) που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα, συμβολίζεται με τον αραβικό αριθμό 9, τον ελλην…
1393 γνωστός Ουσιαστικό, Επίθετο /ɣnoˈstos/ κάποιος που τον γνωρίζω καλά ή τον έχω συναντήσει ή μας έχουν συστήσει.
1394 δίκτυο Ουσιαστικό ένα σύνολο αντικειμένων (π.χ. τηλεφώνων, υπολογιστών) ή ανθρώπων που συνδέονται με έναν σύνθετο τρόπο μεταξύ τους, για ν…
1395 μαντέψω Ρήμα θα μαντέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαντεύω.
1396 νερού Ουσιαστικό γενική ενικού του νερό.
1397 φιλαράκι Ουσιαστικό /fi.laˈɾa.ci/ υποκοριστικό του φίλος.
1398 θαυμάσιο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θαυμάσιος.
1399 βαριά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /vaɾˈʝa/ βαρύ σφυρί με μακριά λαβή, που πρέπει να το κρατήσει κανείς και με τα δυο χέρια, το οποίο χρησιμεύει κυρίως στο σπάσιμο…
1400 μπάσταρδε Επίθετο /ˈba.staɾ.ðe/ κλητική ενικού του μπάσταρδος.
1401 δολλάρια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολλάριο.
1402 κουράγιο Ουσιαστικό /kuˈɾa.ʝo/ η σωματική και ψυχική αντοχή που χρειάζεται για να συνεχίσεις μια επίπονη προσπάθεια.
1403 παλάτι Ουσιαστικό /paˈla.ti/ το κέντρο εξουσίας που διαμορφώνεται από τον ίδιο το βασιλιά καθώς και τον περίγυρό του.
1404 περιοδικό Ουσιαστικό, Επίθετο /pe.ri.o.ði.ˈko/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιοδικός.
1405 επιστήμη Ουσιαστικό /e.piˈsti.mi/ σύνολο ειδικών γνώσεων για συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης μετά από έρευνα με βάση την τεκμηρίωση και την απόδειξη.
1406 ανακάλυψα Ρήμα /a.naˈka.li.psa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω.
1407 λέσχη Ουσιαστικό /ˈle.sçi/ χώρος όπου συγκεντρώνονται και συχνάζουν πρόσωπα που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και όπου αναπτύσσουν…
1408 πληρώνω Ρήμα καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων.
1409 μηχάνημα Ουσιαστικό /miˈxa.ni.ma/ η μηχανή ή συσκευή για τη διεκπεραίωση μιας εργασίας.
1410 αγώνες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγώνας.
1411 γκολφ Ουσιαστικό παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κ…
1412 κόρης Ουσιαστικό ανδρικό επώνυμο.
1413 καλύτεροι Επίθετο /kaˈli.te.ɾi/ ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλύτερος.
1414 φτάσεις Ρήμα θα φτάσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φτάνω.
1415 έχε Ρήμα /ˈe.çe/
1416 βάθος Ουσιαστικό /ˈva.θos/ η οριζόντια διάσταση μιας κοιλότητας όπως φαίνεται από το μπροστά στόμιό της.
1417 εγχείρηση Ουσιαστικό /eŋˈçi.ɾi.si/ χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει…
1418 γρήγορο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γρήγορος.
1419 αυτοκίνητου Ουσιαστικό, Επίθετο γενική ενικού του αυτοκίνητο.
1420 τρελαθεί Ρήμα θα τρελαθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρελαίνομαι.
1421 δήλωση Ουσιαστικό /ˈði.lo.si/ γραπτός ισχυρισμός ή καταγραφή πληροφοριών που γίνεται επίσημα για την μετέπειτα αναφορά από άλλους (συχνά από κρατικές…
1422 βγήκα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω.
1423 εξαιρετική Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαιρετικός.
1424 κλέψει Ρήμα /ˈkle.psi/ θα κλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κλέβω.
1425 υπέρ Ουσιαστικό, Επίρρημα, Πρόθεση /iˈper/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1426 παράνομο Ουσιαστικό, Επίθετο /paˈɾa.no.mo/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παράνομος.
1427 ακούσουμε Ρήμα θα ακούσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω.
1428 μονάδες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάδα.
1429 σύλληψη Ουσιαστικό η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο.
1430 φυσική Ουσιαστικό, Επίθετο /fi.siˈci/ η επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα και τους νόμους που τα διέπουν.
1431 εμφάνιση Ουσιαστικό /eɱˈfa.ni.si/ η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν.
1432 διαφορετικές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορετική.
1433 τηλεφώνησα Ρήμα /ti.leˈfo.ni.sa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ.
1434 ετοιμαστείτε Ρήμα θα ετοιμαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ετοιμάζομαι.
1435 κυριολεκτικά Επίθετο, Επίρρημα /ciɾiolektiˈka/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριολεκτικό.
1436 διανομή Ουσιαστικό /ðʝanoˈmi/ distribution, distro: ομάδα διαφορετικών συνεργαζόμενων προγραμμάτων (λογισμικό) που παραδίδονται στον τελικό χρήστη σαν…
1437 ανακάλυψε Ρήμα /a.naˈka.li.pse/ β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω.
1438 συνταγματάρχη Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνταγματάρχης.
1439 οργή Ουσιαστικό /orˈʝi/ έντονος θυμός που προκαλείται από κάτι δυσάρεστο και εκδηλώνεται με επιθετικότητα και εκδικητική συμπεριφορά.
1440 Τίνος Ουσιαστικό, Αντωνυμία /ˈtinos/ γενική ενικού του τις.
1441 ποδήλατο Ουσιαστικό /poˈði.la.to/ όχημα, κυρίως δίτροχο, που κινεί ο αναβάτης με τα πόδια του, δίνοντας ώθηση στα πετάλια.
1442 κέρδισες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω.
1443 δουλέψεις Ρήμα θα δουλέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω.
1444 αντίδραση Ουσιαστικό /anˈdiðɾasi/ αμφίδρομη επίδραση ενός χημικού στοιχείου σε άλλο (και δημιουργία χημικής ένωσης).
1445 κίνδυνος Ουσιαστικό /ˈcinðinos/ οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών).
1446 προκαλέσει Ρήμα θα προκαλέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκαλώ.
1447 σινεμά Ουσιαστικό /si.neˈma/ επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1448 χτυπήσεις Ρήμα θα χτυπήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χτυπώ.
1449 συνεργασία Ουσιαστικό η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνεργάζομαι.
1450 τηλέφωνα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλέφωνο.
1451 φυλή Ουσιαστικό /fiˈli/ πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά.
1452 πλοία Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοίο.
1453 προφανές Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προφανής.
1454 τράβηξε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ.
1455 μηδέν Επίθετο, Αντωνυμία /miˈðen/ ο αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά…
1456 χάνουμε Ρήμα /ˈxa.nu.me/ πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χάνω.
1457 ζάχαρη Ουσιαστικό /ˈza.xa.ɾi/ κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C₁₂H₂₂Ο₁₁). Παράγεται από ζαχαρότευτλ…
1458 εισαγγελέα Ουσιαστικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Εισαγγελέας.
1459 πλάσματα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάσμα.
1460 λογικά Ουσιαστικό, Επίθετο, Επίρρημα /[lɔʝiˈka]/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λογικός.
1461 στιγμής Ουσιαστικό genitive singular of στιγμή (stigmí).
1462 ασθένεια Ουσιαστικό /[asˈθɛnia]/ η διαταραχή της κανονικής λειτουργίας ενός ζωντανού οργανισμού.
1463 χαριτωμένο Ρήμα ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαριτωμένος.
1464 απαιτεί Ρήμα
1465 εννοείται Ρήμα, Επιφώνημα /e.noˈi.te/ γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής (εννοούμαι) του εννοώ.
1466 κατάλληλο Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατάλληλος.
1467 έκλεψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω.
1468 έλλειψη Ουσιαστικό /ˈe.li.psi/ κλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της…
1469 εγγύηση Ουσιαστικό /eŋˈɟi.i.si/ γραπτή απόδειξη καλής λειτουργίας ή ποιότητας ενός πωλουμένου αγαθού.
1470 συνεργάτη Ουσιαστικό genitive/accusative/vocative singular of συνεργάτης (synergátis).
1471 φωνάξω Ρήμα θα φωνάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φωνάζω.
1472 έρευνας Ουσιαστικό γενική ενικού του έρευνα.
1473 υπογραφή Ουσιαστικό /i.po.ɣɾaˈfi/ το πλήθος (η τάξη) και ο τύπος των παραμέτρων, που δηλώνονται στην επικεφαλίδα μιάς συνάρτησης ή μεθόδου. Καλείται υπογρ…
1474 δευτερόλεπτο Ουσιαστικό /ðe.fteˈɾo.le.pto/ μονάδα μέτρησης του χρόνου, το ένα εξηκοστό του λεπτού.
1475 ημέρας Ουσιαστικό γενική ενικού του ημέρα.
1476 ακούσετε Ρήμα θα ακούσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω.
1477 ντιν Ουσιαστικό, Επιφώνημα επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο).
1478 γείτονες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γείτονας.
1479 συνειδητοποίησα Ρήμα α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ.
1480 στούντιο Ουσιαστικό /ˈstu.di.o/ χώρος με κατάλληλη διαρρύθμιση, διαμόρφωση και εξοπλισμό, όπου γίνεται κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση.
1481 ανάλυση Ουσιαστικό /aˈnalisi/ η μέθοδος μελέτης ενός αντικειμένου ή προβλήματος χρησιμοποιώντας το διαχωρισμό του σε επιμέρους τμήματα.
1482 δίσκο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του δίσκος.
1483 ικετεύω Ουσιαστικό, Ρήμα /i.ceˈte.vo/ (Ουσιαστικό).
1484 τροφή Ουσιαστικό /tɾoˈfi/ ουσία που καταναλώνεται από ένα οργανισμό για να διατηρηθεί αυτός στη ζωή.
1485 φαντάζεσαι Ρήμα /fanˈda.ze.se/
1486 ερωτευμένη Ρήμα /e.ɾo.tevˈme.ni/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτευμένος.
1487 ροκ Ουσιαστικό είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς.
1488 χάλασε Ρήμα β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ.
1489 φιλία Ουσιαστικό /fiˈʎa/ ο πνευματικός και συναισθηματικός δεσμός που ενώνει μεταξύ τους δύο ή περισσότερα άτομα και βασίζεται στην αμοιβαία αγάπ…
1490 έλειψες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω.
1491 επεισόδια Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεισόδιο.
1492 περιστατικό Ουσιαστικό, Επίθετο το γεγονός, το συμβάν, το επεισόδιο.
1493 μέσο Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈme.so/ neuter nominative/accusative/vocative singular.
1494 χρειάστηκε Ρήμα /xɾiˈa.sti.ce/ γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι.
1495 ελεύθεροι Επίθετο ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεύθερος.
1496 σπουδαίος Επίθετο /spuˈðe.os/ σημαντικός, εξαιρετικός.
1497 αμοιβή Ουσιαστικό /a.miˈvi/ το χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος επειδή ολοκλήρωσε μια εργασία για λογαριασμό άλλου (ο όρος αναφέρεται τόσο σε σχέσ…
1498 έψαξα Ρήμα /ˈe.psa.ksa/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω.
1499 έρημο Ουσιαστικό, Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έρημος.
1500 ικανότητες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανότητα.
1501 βάρδια Ουσιαστικό /ˈvaɾ.ði.a/ η εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό…
1502 υποσχέθηκες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι.
1503 μοναδικός Επίθετο /mo.na.ðiˈkos/ που υπάρχει ή συμβαίνει μόνο μία φορά.
1504 πιάσαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω.
1505 επικίνδυνη Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικίνδυνος.
1506 πιάνεις Ρήμα
1507 παρακολουθώ Ρήμα /pa.ɾa.ko.luˈθo/ βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες.
1508 λέγατε Ρήμα
1509 γιορτάσουμε Ρήμα θα γιορτάσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γιορτάζω.
1510 τελείωσαν Ρήμα /ˈte.ʎo.san/ γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του τελειώνω.
1511 περισσότερους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισσότερος.
1512 αντικείμενα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικείμενο.
1513 κυνηγάει Ρήμα /ci.niˈɣa.i/
1514 καλέσουμε Ρήμα θα καλέσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καλώ.
1515 κύκλο Ουσιαστικό αιτιατική ενικού του κύκλος.
1516 καταλάβατε Ρήμα /ka.taˈla.va.te/ β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω.
1517 πρώτον Επίρρημα σε πρώτη θέση, πριν απ' όλα.
1518 άμαξα Ουσιαστικό /ˈa.ma.ksa/ γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμαξάς.
1519 βολή Ουσιαστικό /voˈli/ η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά τ…
1520 περιβάλλον Ουσιαστικό, Ρήμα το υλικό (hardware), το λογισμικό (software) και οι αντίστοιχες παραμετροποιήσεις τους σε ένα υπολογιστικό σύστημα.
1521 θυμηθώ Ρήμα θα θυμηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θυμάμαι.
1522 τελείωσες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω.
1523 παλιός Ουσιαστικό, Επίθετο /paˈʎos/ που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο…
1524 προειδοποίηση Ουσιαστικό /pɾo.i.ðoˈpi.i.si/ η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προειδοποιώ.
1525 οδηγήσω Ρήμα θα οδηγήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος οδηγώ.
1526 ντόνα Ουσιαστικό γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ντόνας).
1527 νερά Ουσιαστικό /neˈɾa/ εσωτερικές ραβδώσεις ή κυματισμοί, που οφείλονται στην ύπαρξη διαφορετικής πυκνότητας υλικού.
1528 νύχτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύχτα.
1529 συμβουλές Ουσιαστικό /siɱ.vuˈles/ ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλή.
1530 δεχτώ Ρήμα θα δεχτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέχομαι.
1531 λέγαμε Ρήμα
1532 βρέθηκαν Ρήμα
1533 συλλογή Ουσιαστικό /si.loˈʝi/ τα συστηματικά συγκεντρωμένα ομοειδή πράγματα.
1534 συνέπειες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέπεια.
1535 έβλεπε Ρήμα /ˈe.vle.pe/
1536 έσκασε Ρήμα γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω.
1537 πεθαίνω Ρήμα /[peˈθeno]/ φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής.
1538 δείξουμε Ρήμα θα δείξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δείχνω.
1539 πάντοτε Ουσιαστικό, Επίρρημα /ˈpan.do.te/ (Ουσιαστικό).
1540 εξέλιξη Ουσιαστικό /eˈkse.li.ksi/ οι διαδοχικές αλλαγές που επιφέρουν μεταμόρφωση ή μετασχηματισμό.
1541 παράθυρα Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράθυρο.
1542 φαντάστηκα Ρήμα /fanˈdastika/ α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι.
1543 Χαμένος Ουσιαστικό, Ρήμα /xaˈme.nos/ που έχει χαθεί, που δεν ξέρουμε πού βρίσκεται και δεν μπορούμε να τον βρούμε.
1544 πίνει Ρήμα /ˈpi.ni/
1545 γνώριζε Ρήμα /ˈɣno.ɾi.ze/
1546 μαγικό Επίθετο ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαγικός.
1547 καλύτερους Επίθετο αιτιατική πληθυντικού του καλύτερος.
1548 λογαριασμούς Ουσιαστικό αιτιατική πληθυντικού του λογαριασμός.
1549 ώσπου Επίρρημα, Σύνδεσμος /ˈo.spu/ by the time, when.
1550 μάθαμε Ρήμα α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω.
1551 προσπάθησες Ρήμα β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ.
1552 στρατόπεδο Ουσιαστικό /stɾaˈto.pe.ðo/ εγκατάσταση, μόνιμη ή παροδική, που στεγάζει μία ή περισσότερες στρατιωτικές μονάδες.
1553 κλεφτής Ουσιαστικό, Επίθετο /ˈkle.ftis/ μέλος ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Τούρκους.
1554 πατάτες Ουσιαστικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατάτα.
← A2 Level B1 of 6 B2 →

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, CEFR level, and more.

Open Dictionary