Meaning of επεισόδιο | Babel Free
/e.piˈso.ði.o/Ορισμοί
- το γεγονός περιορισμένης διάρκειας που συχνά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ενότητα, συμβάν
- το γεγονός, συμβάν με μικρή διάρκεια αλλά μεγάλη ένταση
- ένα από τα "επικά" μέρη της αρχαίας τραγωδίας, όπου εκτυλίσσεται η δράση μέσα από το διάλογο των ηρώων
- το καθένα από τα μέρη μιας τηλεοπτικής σειράς
Παραδείγματα
“ένα επεισόδιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με ιδιαίτερη σημασία ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ”
“δυο αυτοκίνητα τράκαραν κι έγινε επεισόδιο ανάμεσα στους οδηγούς”
“(στον πληθυντικό) βίαιες συγκρούσεις”
“επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας με συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομίας”
“νέα επεισόδια της δημοφιλούς σειράς θα παρακολουθήσετε του χρόνου από το κανάλι μας, την ίδια πάντα ημέρα και ώρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.