HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βολή | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/voˈli/

Ορισμοί

  1. η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά την δοκιμαστική χρήση βλητικών μηχανών ή και σε παιχνίδια (π.χ. στον υπολογιστή ή άλλες πλατφόρμες)
  2. η άνεση, η βόλεψη
  3. γυναικείο επώνυμο
  4. οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος

Ισοδύναμα

English shot

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course