HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βολή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
voˈli

Ορισμοί

  1. η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά την δοκιμαστική χρήση βλητικών μηχανών ή και σε παιχνίδια (π.χ. στον υπολογιστή ή άλλες πλατφόρμες)
  2. η άνεση, η βόλεψη
  3. γυναικείο επώνυμο
  4. οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος

Ισοδύναμα

24 more languages
Azərbaycan diliyaylım
Catalàsalva
Češtinasalvavýbuch
Dansksalve
DeutschSalve
Ελληνικάομοβροντία
Bahasa Indonesiasalvo
Italianosalvasalvo
日本語斉射
ქართულიზალპი
Kurdîfîrefire
Македонскиплотунрафал
Portuguêssalvasalvo
RomânăSalva
Русскийзалп
Српскиplotunплотун
Svenskasalva
Українськазалп

Παραδείγματα

“Ο στρατιώτης πέτυχε τον στόχο με μία βολή.”

The soldier hit the target with a single shot.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βολή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free