Meaning of βολή | Babel Free
/voˈli/Ορισμοί
- η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά την δοκιμαστική χρήση βλητικών μηχανών ή και σε παιχνίδια (π.χ. στον υπολογιστή ή άλλες πλατφόρμες)
- η άνεση, η βόλεψη
- γυναικείο επώνυμο
- οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος
Ισοδύναμα
English
shot
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.