Meaning of αδύνατο | Babel Free
/aˈði.na.to/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδύνατος accusative, neuter, nominative, plural, vocative
- είναι αδύνατο(ν): δεν μπορεί να συμβεί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Είναι αδύνατο να έγινε τέτοιο πράγμα και να μην πήρα είδηση.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.