HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αδύνατο

Επίθετο αρσενικό CEFR B1 Frequent
aˈði.na.to

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδύνατος
    accusative, neuter, nominative, plural, vocative
  2. είναι αδύνατο(ν): δεν μπορεί να συμβεί

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“Είναι αδύνατο να έγινε τέτοιο πράγμα και να μην πήρα είδηση.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδύνατο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free