HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αδυναμία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
a.ði.naˈmi.a

Ορισμοί

  1. η απουσία δύναμης
  2. έλλειψη δύναμης, δυνατότητας ή δεξιότητας
  3. η ανικανότητα κάποιου, το να μην μπορέσει κάποιος να επιτύχει κάτι
  4. ευάλωτο ή ευπαθές σημείο που μπορεί να υποστεί επίθεση
  5. άνθρωπος ή αντικείμενο ιδιαίτερα αγαπητό
    figuratively
  6. ιδιαίτερη αγάπη, εύνοια
    figuratively

Ισοδύναμα

38 more languages
Българскинемощ
Bahasa Indonesiaketidakmampuan
Íslenskaveikleiki
Кыргызчамүмкүнсүздүк
Türkçearıza
Tiếng Việtbất cập

Παραδείγματα

“σωματική αδυναμία”
“η αδυναμία του προέδρου να ελέγξει τους βουλευτές του κόμματος ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές”
“οι υποψίες για αδυναμίες στον αλγόριθμο κρυπτογράφησης αποδείχτηκαν αβάσιμες”
“όλα τα παιδάκια τα αγαπώ, αλλά αυτό το ανιψάκι είναι η αδυναμία μου
Σου έχω αδυναμία!”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδυναμία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free