Meaning of αναπηρία | Babel Free
/a.na.piˈɾi.a/Ορισμοί
- έλλειψη αρτιμέλειας, έλλειψη πλήρους λειτουργικότητας κάποιων οργάνων ή μελών του σώματος (άκρων, εγκεφάλου κ.λπ.)
-
δυσλειτουργία, ανεπάρκεια ή κακή κατάσταση figuratively
Ισοδύναμα
English
Infirmity
Παραδείγματα
“σύνταξη αναπηρίας”
“Μπορεί να ερμηνευθεί η αναπηρία ως ένα στοιχείο της ανθρώπινης ποικιλομορφίας προσεγγίζοντάς την όχι μόνο ιατροκεντρικά αλλά και με βάση το κοινωνικό μοντέλο αναγνωρίζοντας τα άτομα αυτά ως υποκείμενα με πλήρη δικαιώματα και ελευθερίες, ικανότητα αυτοπροσδιορισμού και πλήρους συμμετοχής σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.