Meaning of ανεπάρκεια | Babel Free
/aneˈpaɾcia/Ορισμοί
- η έλλειψη κάποιων απαραίτητων πραγμάτων, ικανοτήτων κ.λπ., η μη επίτευξη επάρκειας
- η δυσλειτουργία κάποιων οργάνων του σώματος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Λόγω της ανεπάρκειας του φαγητού, πόλοι πέθαναν στον λιμό.”
Due to the scarcity of food, many died in the famine.
“διανοητική ανεπάρκεια”
mental deficiency
“νεφρική ανεπάρκεια”
renal failure
“Η ανεπάρκεια της σ’ αυτό το θέμα ήταν καθαρή.”
Her incompetence in this subject was clear.
“※ Ο καύσωνας παρέλυσε τη ΔΕΗ. Οι εκρήξεις των μετασχηματιστών, η υπερφόρτωση του δικτύου μεταφοράς, οι ανεπάρκειες της παραγωγής, το μπλακάουτ στη Βόρειο Ελλάδα και οι επαναλαμβανόμενες, συντονισμένες διακοπές ρεύματος στην Αθήνα, ανέδειξαν διοικητικές αδυναμίες και επενδυτικές ανεπάρκειες, επιβεβαιώνοντας στο μέγιστο βαθμό προγνώσεις και ανησυχίες, οι οποίες είχαν διατυπωθεί εγκαίρως. (* εφημερίδα Το Βήμα 25 Νοεμβρίου 2008)”
“※ Περίπου 20% με 40% των ασθενών με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια έχουν στεφανιαία νόσο χωρίς να παρουσιάζουν συμπτώματα. (* εφημερίδα @enet.gr 5 Φεβρουαρίου 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.