HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αδύνατος | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Standard
[aˈðinatos]

Ορισμοί

  1. που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί
  2. ο λεπτός
  3. που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι
  4. που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα
  5. που δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη

Ισοδύναμα

العربية محال مستحيل
Български дребен
Dansk sølle
עברית אי־אפשר רָזָה רזה רזה
Bahasa Indonesia mustahil
한국어 자그마하다
Lëtzebuergesch krappeg

Παραδείγματα

“Ο άνθρωπος έχει μια αδύνατη καρδιά.”

The man has a weak heart.

“Αυτός ο μαθητής είναι αδύνατος.”

This pupil is weak.

“Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας …”

The weak forms of the personal pronoun …

“Ο πελαργός έχει αδύνατα πόδια.”

The stork has thin legs.

“Η αδύνατη αποστολή.”

The impossible mission.

“(ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)”
“οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδύνατος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free