Meaning of αδύνατος | Babel Free
/[aˈðinatos]/Ορισμοί
- που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί
- ο λεπτός
- που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι
- που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα
- που δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη
Παραδείγματα
“Ο άνθρωπος έχει μια αδύνατη καρδιά.”
The man has a weak heart.
“Αυτός ο μαθητής είναι αδύνατος.”
This pupil is weak.
“Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας …”
The weak forms of the personal pronoun …
“Ο πελαργός έχει αδύνατα πόδια.”
The stork has thin legs.
“Η αδύνατη αποστολή.”
The impossible mission.
“(ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)”
“οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.