HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδύνατος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/[aˈðinatos]/

Ορισμοί

  1. που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί
  2. ο λεπτός
  3. που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι
  4. που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα
  5. που δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη

Ισοδύναμα

English Puny thin weak

Παραδείγματα

“Ο άνθρωπος έχει μια αδύνατη καρδιά.”

The man has a weak heart.

“Αυτός ο μαθητής είναι αδύνατος.”

This pupil is weak.

“Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας …”

The weak forms of the personal pronoun …

“Ο πελαργός έχει αδύνατα πόδια.”

The stork has thin legs.

“Η αδύνατη αποστολή.”

The impossible mission.

“(ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)”
“οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδύνατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course