Meaning of υπόγειο | Babel Free
/[iˈpoʝio]/Ορισμοί
o όροφος κτίσματος ο οποίος βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους
Ισοδύναμα
English
Cellar
Παραδείγματα
“στο υπόγειο έχουμε ένα κελάρι και το πλυσταριό”
“τα γραφεία των επιστημόνων βρίσκονται στο τρίτο υπόγειο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.