Meaning of δουλέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δουλεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
- θα δουλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.