Meaning of δουλέψετε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
- θα δουλέψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δουλεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.