HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καλοσύνη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ka.loˈsi.ni/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του καλού, εκείνου που επιθυμεί την ειρήνη και την ευτυχία των συνανθρώπων του
  2. πράξη ή λόγος που φανερώνει αγαθή πρόθεση
  3. καλός καιρός

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ήταν γεμάτος ανθρωπιά και καλοσύνη. (Λουκάς Χρέλιας, Όλη η Ελλάδα είναι ένα πατάρι, εκδ. Καστανιώτη)”
“※ Ἀγαποῦσε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ὅλο ἔκανε καλοσύνες. (Γαλάτεια Καζαντζάκη, «Τὸ ἄσχημο βασιλόπουλο»)”
“※ Ὣς κ' ἡ βαρυχειμωνιὰ / μ' αἰφνίδια καλοσύνη / κ' ἥσυχη καὶ σιγαλὴ / σὲ δέχτηκε κ' ἐκείνη. (Κωστής Παλαμάς, Διόνυσος)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καλοσύνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course