HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βάρος

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
ˈva.ros

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα κάθε σώματος να πέφτει προς τα κάτω όταν αφήνεται ελεύθερο· μετριέται με τη ζυγαριά
    general
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. το φυσικό μέγεθος που μετριέται με το δυναμόμετρο και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητας (g)
    especially
  4. υποχρέωση που βαρύνει κάτι, π.χ. ακίνητο, φόρο, κληροδότημα, πλοίο, κ.λπ., ένεκα χρεών, υποθήκης, δουλείας κ.λπ.
  5. ένα βαρύ αντικείμενο
  6. κάτι που το αντιμετωπίζω ως δυσκολία, ως επίπονο έργο που με κάνει να δυσανασχετώ
  7. σωματική ή ψυχική ενόχληση
  8. η σημασία που δίνεται σε κάτι, η βαρύτητα

Ισοδύναμα

35 more languages

Παραδείγματα

“Το βάρος ενός αντικειμένου είναι η δύναμη του αντικειμένου που οφείλεται στη βαρύτητα.”

The weight of an object is the force of the object due to gravity.

“ένα σώμα έχει άλλο βάρος στη Γη και άλλο στη Σελήνη”
“(Χρειάζεται ορισμό +παράθεμα από βιβλίο ή εγχειρίδιο Φυσικής)”
“δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή”
“δε θέλουμε να σας γίνουμε βάρος”
“※ Ο Κωνσταντίνος είχε μόνο τις τιμές της βασιλείας, χωρίς ποτέ ν' αναλαμβάνει και τα βάρη της διοίκησης. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
“νιώθω ένα βάρος στο στομάχι”
“έχω ένα βάρος στην ψυχή μου, αλλά, άμα σου τα πω, θα ξαλαφρώσω”
“έχει μεγάλο βάρος η γνώμη του

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βάρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free