Σημασία του βάρος | Babel Free
ˈva.rosΟρισμοί
-
η ιδιότητα κάθε σώματος να πέφτει προς τα κάτω όταν αφήνεται ελεύθερο· μετριέται με τη ζυγαριά general
- ανδρικό επώνυμο
-
το φυσικό μέγεθος που μετριέται με το δυναμόμετρο και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητας (g) especially
- υποχρέωση που βαρύνει κάτι, π.χ. ακίνητο, φόρο, κληροδότημα, πλοίο, κ.λπ., ένεκα χρεών, υποθήκης, δουλείας κ.λπ.
- ένα βαρύ αντικείμενο
- κάτι που το αντιμετωπίζω ως δυσκολία, ως επίπονο έργο που με κάνει να δυσανασχετώ
- σωματική ή ψυχική ενόχληση
- η σημασία που δίνεται σε κάτι, η βαρύτητα
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
ağırlıq
Bosanski
brime
Català
pesadesa
فارسی
سنگینی
Gàidhlig
truime
עברית
נטל
हिन्दी
गुरुत्व
Hrvatski
brime
Հայերեն
ծանրություն
Bahasa Indonesia
keberatan
Íslenska
sönnunarbyrði
Қазақша
зіл
한국어
무게감
मराठी
ओझे
Română
greutate
Српски
brime
Svenska
stabbighet
ไทย
ภาระ
Українська
тягар
Tiếng Việt
sức nặng
Παραδείγματα
“Το βάρος ενός αντικειμένου είναι η δύναμη του αντικειμένου που οφείλεται στη βαρύτητα.”
The weight of an object is the force of the object due to gravity.
“ένα σώμα έχει άλλο βάρος στη Γη και άλλο στη Σελήνη”
“(Χρειάζεται ορισμό +παράθεμα από βιβλίο ή εγχειρίδιο Φυσικής)”
“δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή”
“δε θέλουμε να σας γίνουμε βάρος”
“※ Ο Κωνσταντίνος είχε μόνο τις τιμές της βασιλείας, χωρίς ποτέ ν' αναλαμβάνει και τα βάρη της διοίκησης. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
“νιώθω ένα βάρος στο στομάχι”
“έχω ένα βάρος στην ψυχή μου, αλλά, άμα σου τα πω, θα ξαλαφρώσω”
“έχει μεγάλο βάρος η γνώμη του”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free