HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μένω

Ρήμα CEFR B1 Frequent
ˈme.no

Ορισμοί

  1. κατοικώ
  2. εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δε μετακινούμαι, παραμένω
  3. βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω
  4. βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν
  5. απομένω
  6. αποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά
  7. παθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of μένω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

14 more languages

Παραδείγματα

“δε μένω πια εδώ”

I don't live here anymore

“Οι γονείς μου τότε έμεναν στην Αθήνα.”

My parents were then living in Athens.

“μένω ανύπαντρος”

I remain single

“Δε μένει τίποτα να πούμε.”

There is nothing left to be said.

“Τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα.”
Πες του να μείνει εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει.”
“Μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια.”
“έχω μείνει άναυδος”
“μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός”
“Είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη.”
“έμεινε ανεξεταστέος σε τρία μαθήματα”
“έμεινα από μπαταρία”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μένω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free