HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μένω | Babel Free

Ρήμα CEFR B1 Frequent
ˈme.no

Ορισμοί

  1. κατοικώ
  2. εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δε μετακινούμαι, παραμένω
  3. βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω
  4. βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν
  5. απομένω
  6. αποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά
  7. παθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of μένω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

العربية أسقط نشأ
Deutsch durchrasseln
Español directo vivir
Français live live rester rester saquer
עברית גר
Bahasa Indonesia tunggu
Italiano cannare live
日本語 生存
한국어 낙제하다
Nederlands buizen sjezen zakken
Português live live
Türkçe kalmak

Παραδείγματα

“δε μένω πια εδώ”

I don't live here anymore

“Οι γονείς μου τότε έμεναν στην Αθήνα.”

My parents were then living in Athens.

“μένω ανύπαντρος”

I remain single

“Δε μένει τίποτα να πούμε.”

There is nothing left to be said.

“Τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα.”
“Πες του να μείνει εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει.”
“Μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια.”
“έχω μείνει άναυδος”
“μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός”
“Είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη.”
“έμεινε ανεξεταστέος σε τρία μαθήματα”
“έμεινα από μπαταρία”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μένω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free