Meaning of μένω | Babel Free
/ˈme.no/Ορισμοί
- κατοικώ
- εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δε μετακινούμαι, παραμένω
- βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω
- βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν
- απομένω
- αποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά
- παθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί
Παραδείγματα
“δε μένω πια εδώ”
I don't live here anymore
“Οι γονείς μου τότε έμεναν στην Αθήνα.”
My parents were then living in Athens.
“μένω ανύπαντρος”
I remain single
“Δε μένει τίποτα να πούμε.”
There is nothing left to be said.
“Τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα.”
“Πες του να μείνει εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει.”
“Μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια.”
“έχω μείνει άναυδος”
“μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός”
“Είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη.”
“έμεινε ανεξεταστέος σε τρία μαθήματα”
“έμεινα από μπαταρία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.