HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μένω — definition

Conjugation of μένω

Regular CEFR B1
ˈme.no

βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μένω
εσύ μένεις
αυτός / αυτή / αυτό μένει
εμείς μένουμε
εσείς μένετε
αυτοί / αυτές / αυτά μένουν
Παρατατικός
εγώ έμενα
εσύ έμενες
αυτός / αυτή / αυτό έμενε
εμείς μέναμε
εσείς μένατε
αυτοί / αυτές / αυτά έμεναν
Αόριστος
εγώ έμεινα
εσύ έμεινες
αυτός / αυτή / αυτό έμεινε
εμείς μείναμε
εσείς μείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έμειναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μείνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μείνω
εσύ μείνεις
αυτός / αυτή / αυτό μείνει
εμείς μείνουμε
εσείς μείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μείνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μένε
εσείς μένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μείνε
εσείς μείνετε
Απαρέμφατο αορίστου
μείνει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary