HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του καλοκαίρι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
ka.loˈce.ɾi

Ορισμοί

  1. η εποχή του έτους, μετά την άνοιξη και πριν το φθινόπωρο, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε υψηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν υψηλότερες θερμοκρασίες.
  2. ο καλός καιρός
    figuratively

Ισοδύναμα

Afrikaans somer
العربية صائفة
Български лято
Català estiu
Čeština letní léto léto
Dansk sommer
Esperanto somero
Español estío verano
Français estiver été été Summer
Gàidhlig samhradh
Galego verán
Magyar nyár
Íslenska sumar
Italiano estate
日本語 サマー 夏時
한국어 여름철 하기 하시
Kurdî ete havîn keşa
Latina aestas aestivalis aestivo aestivus
Македонски лето
Nederlands zomer zomer zomertijd
Polski lato letni
Português verão verão
Română vara vara văra
Slovenčina leto
Shqip verë
Српски kesa leto ljetni ljeto veran лето љето
Svenska sommar sommartid
Tagalog tag-araw
Türkçe yaz yazın
Українська літній ярий
Tiếng Việt Chiêm ha hả ha ha hễ Hẹ mùa hạ mùa hè
中文 夏天
繁體中文 夏天
isiZulu ihlobo

Παραδείγματα

“ντάλα καλοκαίρι”

high summer

“οι τέσσερις εποχές είναι: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας”
“σήμερα είναι καλοκαίρι, ο καιρός είναι θαυμάσιος”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καλοκαίρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free