Meaning of καλοκαιρία | Babel Free
/ka.lo.ceˈɾi.a/Ορισμοί
- άλλη μορφή του καλοκαιρία
- Η κατάσταση κατά την οποία ο καιρός που επικρατεί σε μία περιοχή είναι καλός.
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαίρι accusative, nominative, plural, vocative
Ισοδύναμα
English
good weather
Παραδείγματα
“※ Αυτός ο Σεπτέμβριος είναι τόσο απίθανος, που επιβάλλεται το μπάνιο όσο βαστάει η καλοκαιρία. (Αντώνης Σαμαράκης, Το λάθος)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.