HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καλοκαιρία | Babel Free

Noun CEFR B2
/ka.lo.ceˈɾi.a/

Ορισμοί

  1. άλλη μορφή του καλοκαιρία
  2. Η κατάσταση κατά την οποία ο καιρός που επικρατεί σε μία περιοχή είναι καλός.
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαίρι
    accusative, nominative, plural, vocative

Ισοδύναμα

English good weather

Παραδείγματα

“※ Αυτός ο Σεπτέμβριος είναι τόσο απίθανος, που επιβάλλεται το μπάνιο όσο βαστάει η καλοκαιρία. (Αντώνης Σαμαράκης, Το λάθος)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καλοκαιρία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course