Meaning of καλοκαιριάζει | Babel Free
/ka.lo.ceɾˈʝa.zi/Ορισμοί
- αρχίζει το καλοκαίρι
- γ' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος καλοκαιριάζω
- γίνεται καλύτερος ο καιρός από χειρότερος που ήταν (ακόμα και σε άλλη εποχή εκτός καλοκαιριού)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.