Meaning of ρεύμα | Babel Free
/ˈɾev.ma/Ορισμοί
- η κίνηση υγρής ή αέριας μάζας προς κάποια κατεύθυνση
-
η κίνηση οχημάτων σε ένα δρόμο προς μία ορισμένη φορά figuratively
-
ένα σύνολο ανθρώπων που μετακινούνται μαζικά figuratively
-
κίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας broadly, figuratively
-
η μαζική υποστήριξη ή εφαρμογή της broadly, figuratively
-
το σύνολο των ανθρώπων που την υποστηρίζουν broadly, figuratively
- η προσανατολισμένη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων
Παραδείγματα
“ρεύμα θερμού αέρος”
a warm air current
“Είναι επικίνδυνο να κολυμπάς εδώ: έχει πολύ ισχυρά ρεύματα.”
It is dangerous to swim here: there are extremely strong currents.
“καλλιτεχνικό ρεύμα”
art movement
“Το κόμμα μας έχει μεγάλο ρεύμα.”
Our party has a strong support.
“※ «αισθάνεσαι να έρχεται από μια σπηλιά στην αριστερή όχθη ένα ψυχρό ρεύμα αέρα» (tovima.gr)”
“※ «δόθηκε στην κυκλοφορία και ο κλάδος προς Αθήνα ... με το αντίθετο ρεύμα να αναμένεται να παραδοθεί» (kathimerini.gr)”
“※ «αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα» (tovima.gr)”
“το ηλεκτρικό ρεύμα μετριέται σε Αμπέρ”
“πάλι μας έκοψαν το ρεύμα”
“το φθηνό και σταθερό ρεύμα είναι απαραίτητο για τη βιομηχανική ανάπτυξη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.