Meaning of σχολή | Babel Free
/sxoˈli/Ορισμοί
- ημιορεινό χωριό της Άνδρου, βορειοανατολικά του Γαυρίου
- εκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει σπουδές
- που παρέχει εξωσχολικές σπουδές
- ημέρα αργίας, αργία
- το σύνολο των καθηγητών ή των μαθητών αυτού του οργανισμού
- ※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- το κτίριο αυτού του οργανισμού
- υποδιαίρεση πανεπιστημιακού μαθήματος επιστημονικού κλάδου
- σύστημα φιλοσοφικό, πνευματικό ή καλλιτεχνική τεχνοτροπία
Παραδείγματα
“νομική σχολή”
faculty of law
“νυχτερινή σχολή”
evening school
“Στη δικιά μας τη δουλειά δεν υπάρχουν καθημερινές και σχόλες.”
“σχολή χορού, δραματική σχολή”
“Η σχολή μας έχει πέντε τμήματα. Πρέπει να δηλώσω στη Γραμματεία του πανεπιστημίου ποιο θα επιλέξω.”
“(συνεκδοχικά) το σύνολο των οπαδών ή των μαθητών αυτού του συστήματος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.