HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άμαξα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈa.ma.ksa

Ορισμοί

  1. όχημα με τροχούς που έλκεται συνήθως από άλογο
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμαξάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αμαξάς)
  4. όχημα ως τμήμα μιας αμαξοστοιχίας
  5. η Μεγάλη Άρκτος

Ισοδύναμα

5 more languages
Bosanskiвагон
Hrvatskiвагон
한국어객차
Српскивагон
Українськавагон

Παραδείγματα

“Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο παλάτι.”

The carriage stopped in front of the palace.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άμαξα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free