Meaning of άμαξα | Babel Free
/ˈa.ma.ksa/Ορισμοί
- όχημα με τροχούς που έλκεται συνήθως από άλογο
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμαξάς accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αμαξάς)
- όχημα ως τμήμα μιας αμαξοστοιχίας
- η Μεγάλη Άρκτος
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.