Meaning of βγάζω | Babel Free
/ˈvɣazo/Ορισμοί
- μεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του
- βγάζω κάποιον έξω: αποβάλλω ένα μαθητή από την αίθουσα
-
εκδηλώνω figuratively
- μεταφέρω κάτι σε άλλη θέση από αυτήν που βρίσκεται γιατί εμποδίζει
- αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου
- βγάζω τα ρούχα κάποιου: γδύνω κάποιον
- βγάζω τα ρούχα μου: γδύνομαι
- αφαιρώ με εγχείριση κάποιο όργανο του σώματος
- εξαρθρώνω
- τραυματίζω
- εξάγω ένα συμπέρασμα ή τη λύση μιας μαθηματικής πράξης ή προβλήματος
- καταφέρνω να διαβάσω κάτι
- παράγω
- κερδίζω (για εισόδημα)
Παραδείγματα
“Βγάζει το σακάκι του.”
He takes off his jacket.
“Βγάζω τα ρούχα από την ντουλάπα.”
I take the clothes from the wardrobe.
“Αυτή μηχανή βγάζει 1.000 κομμάτια τη μέρα.”
This machine produces 1,000 pieces a day.
“βγάζω το άχτι μου: ξεσπάω, εκδηλώνω το θυμό μου”
“Βγάλε από μπροστά σου αυτή την καρέκλα.”
“του έβγαλαν το δόντι/τη χολή/τη σπλήνα”
“Πάλι έβγαλα τον ώμο μου.”
“Κοίτα μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι.”
“Χωρίς τα γυαλιά του, δεν τα βγάζει τα γράμματα.”
“Αυτή η μηχανή βγάζει 1000 κομμάτια τη μέρα.”
“Πόσα λεφτά βγάζεις το χρόνο;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.