HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βγάζω — definition

Conjugation of βγάζω

Regular CEFR B1
ˈvɣazo

αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βγάζω
εσύ βγάζεις
αυτός / αυτή / αυτό βγάζει
εμείς βγάζουμε
εσείς βγάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βγάζουν
Παρατατικός
εγώ έβγαζα
εσύ έβγαζες
αυτός / αυτή / αυτό έβγαζε
εμείς βγάζαμε
εσείς βγάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβγαζαν
Αόριστος
εγώ έβγαλα
εσύ έβγαλες
αυτός / αυτή / αυτό έβγαλε
εμείς βγάλαμε
εσείς βγάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβγαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βγάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βγάλω
εσύ βγάλεις
αυτός / αυτή / αυτό βγάλει
εμείς βγάλουμε
εσείς βγάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά βγάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βγάζε
εσείς βγάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βγάλε
εσείς βγάλτε
Απαρέμφατο αορίστου
βγάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Αόριστος
εγώ βγάλθηκα
εσύ βγάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βγάλθηκε
εμείς βγαλθήκαμε
εσείς βγαλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βγάλθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βγαλθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βγαλθώ
εσύ βγαλθείς
αυτός / αυτή / αυτό βγαλθεί
εμείς βγαλθούμε
εσείς βγαλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βγαλθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βγάλσου
εσείς βγαλθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βγαλθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary