Conjugation of βγάζω
ˈvɣazoαφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βγάζω |
| εσύ | βγάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγάζει |
| εμείς | βγάζουμε |
| εσείς | βγάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβγαζα |
| εσύ | έβγαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβγαζε |
| εμείς | βγάζαμε |
| εσείς | βγάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβγαζαν |
Αόριστος
| εγώ | έβγαλα |
| εσύ | έβγαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβγαλε |
| εμείς | βγάλαμε |
| εσείς | βγάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβγαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βγάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βγάλω |
| εσύ | βγάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγάλει |
| εμείς | βγάλουμε |
| εσείς | βγάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βγάζε |
| εσείς | βγάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βγάλε |
| εσείς | βγάλτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βγάλει |
Μεσοπαθητική φωνή
Αόριστος
| εγώ | βγάλθηκα |
| εσύ | βγάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγάλθηκε |
| εμείς | βγαλθήκαμε |
| εσείς | βγαλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγάλθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βγαλθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βγαλθώ |
| εσύ | βγαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγαλθεί |
| εμείς | βγαλθούμε |
| εσείς | βγαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγαλθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βγάλσου |
| εσείς | βγαλθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βγαλθεί |