Σημασία του διώχνω | Babel Free
ˈðʝo.xnoΟρισμοί
- αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου
- απομακρύνω κάποιον από το χώρο στον οποίο βρίσκεται
- απομακρύνω κάποιον από τη θέση που έχει
- απομακρύνω κάποιον από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του
- απομακρύνω κάποιον ξένο από τη χώρα διαμονής του
- κάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία
- αποβάλλω
- σταματώ να σκέφτομαι, απομακρύνω κάτι από την ψυχή μου
- απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου
-
προστατεύω ή απαλλάσσω κάποιον από κάτι figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of διώχνω.
Ισοδύναμα
Deutsch
absägen
abschießen
ausbooten
fortjagen
herausschmeißen
herauswerfen
lüften
rausschmeißen
rausschmeißen
rauswerfen
schassen
stürzen
verdrängen
verjagen
verprellen
wegjagen
Galego
escorrentar
Հայերեն
վռնդել
Polski
pogonić kota
przegnać
przepędzać
przepędzić
rugować
wyganiać
wygnać
wygonić
wygryzać
wygryźć
wykolegować
wykopywać
wypierać
wyprzeć
wyrugować
Português
expulsar
Română
goni
Svenska
slänga ut
Παραδείγματα
“τον έδιωξαν κακήν κακώς, για μείνουν μόνοι”
“διώξε το σκύλο μακριά από τις γλάστρες!”
“με διώχνουν από το διαμέρισμα, διότι το θέλουν για ιδιοκατοίκηση”
“τους έδιωξαν από το σχολείο εξαιτίας των ζημιών που έκαναν”
“πρέπει να σκεφτείς κάτι θετικό, για να διώξεις τις αμφιβολίες σου”
“τον έδιωξε από τη ζωή της”
“η γυμναστική διώχνει το άγχος”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free